Μεγάλη Τεσσαρακοστή

ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ

Κυριακή του Ασώτου

«Νεκρός ἤν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλῶς ἤν καί εὑρέθη».

asotos yios1γλάισμα τῶν παραβολῶν καὶ ἀτίμητο κειμήλιο τοῦ Εὐαγγελικοῦ θησαυροῦ ὀνόμασαν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, οἱ πατέρες τὴ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ. Γιατί μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν παραβολὴ ζωγραφίζεται ἀπὸ τον «θεῖο καλλιτέχνη», ἡ ἀπέραντη καὶ ἀνυπέρβλητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸν κάθε ἄνθρωπο. Φαίνεται ὅλο τὸ ὕψος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀγαπᾶ μόνο τοὺς δικαίους, τοὺς ἐνάρετους καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀγκαλιάζει ὅλους τους ἀνθρώπους μὲ μεγαλύτερη θέρμη καὶ μὲ εἰλικρινέστερο πόνο ἀκόμη καὶ τὸν χειρότερο ἁμαρτωλό, ἐξάλλου ὁ Χριστὸς εἶπε «οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοια».

Ἔτσι λοιπόν, συνεχίζει ἡ παραβολὴ νὰ μᾶς λέει: «εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ εὐσπλαγχνίσθη καὶ δραμῶν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», δηλαδή, ὁ γεμάτος ἀγάπη πατέρας, ὅταν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν ἀγνώριστο καὶ σὲ κακὰ χάλια υἱό του, ἔτρεξε, τὸν ἀγκαλίασε καὶ τὸν κατεφίλησε. Ἀγνώριστος ἦταν καὶ ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα τὸν γνώρισε καὶ τὸν ἀποκατέστησε στὴ πρώτη δόξα. Ὅταν βρισκόταν στὸ σπίτι τοῦ πατέρα ὁ μικρότερος υἱός, εἶχε ἄφθονα ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ ἦταν χαρούμενος καὶ εὐτυχισμένος, γιατί εἶχε ἀκόμη τὴν φροντίδα καὶ τὴν στοργὴ τοῦ πατέρα του.

Ὅμως, ἀπὸ ἀπερισκεψία, θεωρεῖ τὴν ὑπακοὴ στὸ πατέρα σὰν αἰχμαλωσία καὶ σκλαβιά, παρακινούμενος μᾶλλον καὶ ἀπὸ τους «φίλους» ζητάει τὴν ἐλευθερία του, νὰ χαρεῖ τὰ νιάτα τοῦ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ πατέρα του. Καὶ ἀφοῦ ζήτησε τὴν προβλεπόμενη περιουσία ἔφυγε καὶ πῆγε «σὲ χώραν μακρὰν» ὅπου ἐκεῖ κατασπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία του σὲ πονηρὲς διασκεδάσεις καὶ σὲ κτηνώδεις ἀπολαύσεις. Φυσικὸ καὶ ἑπόμενο ἦταν μὲ τὴν τόσο σπάταλη ζωὴ ποὺ ἔκανε νὰ χάσει ὅλη τὴν περιουσία του, νὰ δυστυχήσει καὶ νὰ κινδυνέψει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα, ἐὰν δὲν βρισκόταν κάποιος νὰ τὸν μαζέψει καὶ νὰ τὸν προσλάβει ὡς χοιροβοσκό.

Ο Ακάθιστος Υμνος

ierosolymitisa19ο Σαββατο της Ε' εβδομάδος των Νηστειών χαρακτηρίζεται στο εορτολόγιο της Εκκλησίας ως «Σαββατον του Ακαθίστου». Επίσης ο ύμνος αυτός ψάλλεται τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων Παρασκευών της Τεσσαρακοστής. Την πέμπτη εβδομάδα γίνεται η ανακεφαλαίωσις. Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλο υμνολογικό κείμενο της Εκκλησίας μας, που να χρησιμοποιήθηκε τόσες φορές όσες ο Ακάθιστος. Στα Μοναστήρια τον διαβάζουν κάθε ημέρα και όλοι οι μοναχοί τον γνωρίζουν από στήθους. Στις ενορίες είναι μία από τις προσφιλέστερες στον λαο ακολουθίες, που συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευή βράδυ κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής ένα πλήθος κόσμου.

Η Παναγία την οποία υμνολογεί ο Ακάθιστος, σ ὅλη την μακραίωνη ζωή της Εκκλησίας είναι το κέντρο της ευλαβείας των χριστιανών, το πρόσωπο που μακαρίζουν, κατά την πρόρρησή της, «πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48). Θα παρατρέξουμε το διαφιλονικούμενο θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακαθίστου....Όποιος και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός και αν συνδέθηκε πρωταρχικά ο Ακάθιστος, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίνουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος ψέλνονταν ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους. Κατά την παρατήρηση του Συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος»,, γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πολως και από τότε μέχρι σήμερα, όταν οι οίκοι του ύμνου αυτού ψέλνονταν, «ορθοί πάντες» τους άκουγαν εις ένδειξη ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» κάθονταν.

Ομιλία στην δ΄ στάση των χαιρετισμών

«Χαῖρε, δι' ης εγείρονται τρόπαια. Χαῖρε, δι' ης εχθροί καταπίπτουσι»

ierosolymitisa22αίρομαι, αγαπητοί μου, που τρέχετε και συγκεντρώνεστε στο ναό. Θα σας μιλήσω απλά, σαν πατέρας με τα παιδιά. Ζούμε σε χρόνια άσχημα. Μερικοί λένε, ότι πλησιάζει ή συντέλεια του κόσμου. Ένα σημάδι ότι έρχεται ή συντέλεια είναι, ότι στις ήμερες μας παρουσιάστηκε αθεΐα και απιστία μεγάλη. Σε πόλεις και χωριά ξάπλωσαν οι ιδέες αυτές. Και λέγονται συχνά από στόματα ανθρώπων πού θεωρούνται μορφωμένοι. Στα παλιά τα χρόνια στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στα αγιασμένα μέρη, δεν υπήρχε άπιστος και άθεος. Τώρα ή αθεΐα έφτασε παντού. Αν συναντήσετε κάποιον άθεο, να του πείτε μόνο το εξής.

Εάν με πείσεις ότι το ρολόι που έχεις στο χέρι σου φύτρωσε έτσι, ότι το σπίτι που κάθεσαι έγινε μοναχό του, ότι το αυτοκίνητο σου έγινε μόνο του, και ότι οι πύραυλοι που ταξιδεύουν στο διάστημα έγιναν μόνοι τους, τότε και εγώ θα πεισθώ ότι το σύμπαν αυτό έγινε χωρίς το Θεό. Το ρολόι κάποιος το φτιάχνει, το σπίτι κάποιος το χτίζει, το αυτοκίνητο κάποιος το κατασκευάζει, τους πυραύλους κάποιος τους εξαπολύει και αυτό το σύμπαν ποιος το έκανε; Μία ή απάντησης. Ο Θεός. Μα τι είναι ο Θεός; Μας το λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης «ο Θεός είναι αγάπη», το κυριότερο γνώρισμα του είναι η αγάπη. Και απόδειξης όλα όσα απολαμβάνουμε.

Αλλά εάν με ρωτήσετε, ποια είναι ή πιο μεγάλη απόδειξης ότι ο Θεός μας αγαπάει, θα σας πω ή σάρκωσης του Λόγου. Το ότι ο Θεός λυπήθηκε τον άνθρωπο, που είχε φύγει μακριά του και ενώ μπορούσε να τον τιμωρήσει με μύριους τρόπους, εν τούτοις έστειλε τον Υιό του τον μονογενή στον κόσμο, και έλαβε σάρκα από την Υπεραγία Θεοτόκο, για να μας σώσει. Είναι αυτό πού εορτάζουμε την ήμέρα του Ευαγγελισμού. Τότε άρχισε ή σωτηρία μας. Τότε ό Γαβριήλ, πού εστάλη στη Ναζαρέτ, είπε στην Παναγία «Χαίρε, κεχαριτωμένη». Αυτό το «χαίρε», που είπε ό αρχάγγελος, τ' ακούμε στους Χαιρετισμούς, Επαναλαμβάνεται 144 φορές. Το καθένα από αυτά τα «χαίρε» έχει μεγάλη σημασία.

Ομιλία στην Γ' Στάση των Χαιρετισμών

«Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ’ οὖ τρέφονται πιστοί»

ierosolymitisa1πόψε, αγαπητοί μου, είναι η Τρίτη στάσης του Ακάθιστου. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι ένα ποίημα, ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι πνευματικό και υπέροχο. Είναι θαυμαστό για δύο λόγους. Πρώτον για την αντοχή του στο χρόνο. Τα τραγούδια του κόσμου αλλάζουν. Κάθε γενεά έχει τα δικά της. Αλλιώς τραγουδούσαν πριν 30-40 χρόνια, αλλιώς σήμερα. Άλλα το τραγούδι αυτό διαρκεί αιώνες. Ο ύμνος όμως αυτός εξακολουθεί να ψάλετε απαράλλακτος. Στην Ελλάδα και σε όλη την Ορθοδοξία, παντού ακούγεται. «Τῇ υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...».

Αλλά ακόμη περισσότερο είναι θαυμαστός ο ύμνος για το περιεχόμενο του. Το θέμα του είναι το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας είναι το γεγονός, όχι ψέμα, ότι ο Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της άγιας Τριάδος, έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη. Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι επανάληψης του πρώτου εκείνου «Χαίρε», που ακούστηκε στη Ναζαρέτ όταν «άγγελος πρωτοστάτης ούρανόθεν επέμφθη». Εκείνο το «Χαίρε», που έφερε τον ουρανό στη γη, επαναλαμβάνει ο ποιητής πόσες φορές; Μετρήστε (144) φορές! Και κάθε «Χαίρε» είναι έμπνευσης, οίστρος ποιητικός, αριστούργημα.

Ένα από τα «Χαίρε» αυτά που ακούσαμε θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω σύντομα «Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ’ οὗ τρέφονται πιστοί». Τι σημαίνουν αυτά; Ο ποιητής χρησιμοποιεί την εικόνα του δέντρου. Υπάρχουν δύο ειδών δέντρα. Το ένα είναι το φυσικό δέντρο, το ορατό, που δημιούργησε ο Θεός. Θαυμαστά και ευεργετικά τα δέντρα. Πόσο πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στο Θεό! Όπου υπάρχει δέντρο, ή ατμόσφαιρα είναι καθαρή όπου λείπουν τα δέντρα, λείπει το οξυγόνο. Τα δέντρα είναι φίλτρα, ρουφούν το διοξείδιο του άνθρακα και δίνουν το οξυγόνο.

Ομιλία στην Β' Στάση των Χαιρετισμών

«Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων»

ierosolymitisaalphaπόψε, αγαπητοί μου αδελφοί, λέγεται ό Ακάθιστος ύμνος, οι Χαιρετισμοί. Τι είναι οι Χαιρετισμοί; Ένα τραγούδι. Υπάρχουν τραγούδια του σατανά, που εγκωμιάζουν το διάβολο και τους αισχρούς έρωτες και ακούγονται σε διάφορα κέντρα ή μεταδίδονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Υπάρχουν όμως και τα τραγούδια του Θεού και της Εκκλησίας, που ψάλλονται στους ναούς από τους ψάλτες και τους Ιερείς μας. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της Εκκλησίας μας είναι οι Χαιρετισμοί της Υπεραγίας Θεοτόκου ή όπως αλλιώς λέγεται ο Ακάθιστος Ύμνος. Αυτός ο ύμνος ψάλλετε παντού σε όλη τη γη όπου υπάρχουν ορθόδοξοι, από την Αυστραλία ως την Αμερική. Παντού Ψάλλονται οι Χαιρετισμοί και δάκρυα τρέχουν από τα μάτια.

Ποιο είναι όμως το ιστορικό του Ακάθιστου ύμνου; Εψάλη για πρώτη φορά πριν 14 αιώνες, το 626 μ.Χ., εκεί στην πόλη των ονείρων μας, στην Κωνσταντινούπολη.Βάρβαροι πολιόρκησαν τότε στενά την πόλη από ξηρά και από θάλασσα. Βέβαιοι ότι θα νικήσουν, απειλούσαν τους κατοίκους της Πόλεως, ότι μόνο αν γίνουν πουλιά για να πετάξουν στον αέρα ή ψάρια για να κολυμπήσουν στη θάλασσα θα σωθούν. Υπερήφανα λόγια. Άλλα οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν έχασαν το θάρρος τους. Ενώ οι λίγοι άντρες μάχονταν στα τείχη, τα γυναικόπαιδα ήταν στην εκκλησία και παρακαλούσαν την Υπεραγία Θεοτόκο. Και ή Παναγία έκανε το θαύμα της.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ Α΄ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

«Τῇ Ὑπερμἀχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια»

ierosolymitisa18ήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί «χαίρει ἡ κτίσις ὅλη», στους πρώτους «χαιρετισμούς» στην Παναγία Μητέρα του Θεού μας και όλου του γένους των Χριστιανών. Σήμερα, «οἱ οὐρανοί ἀγάλλονται» και οι στρατιές των ουρανίων ταγμάτων πανηγυρίζουν, για την τιμή που κάνουν οι χριστιανοί στο πρόσωπο της τιμιωτέρας και αγιωτέρας των Χερουβείμ σήμερα, σκιρτά η πά-ναγνη ψυχή της Παναγίας, εκεί στα δεξιά του Υιού της, όπου βρίσκεται, σαν βλέπει τα πλήθη των Ορθοδόξων, να πλημμυρίζουν τους Ναούς, με τη σκέψη τους σ’ αυτήν, να την υμνούν, με τον υπέροχο σε φράσεις και εικόνες και ανερμήνευτο σε βάθος, θείο χαιρετισμό «Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε», που μόνο σ’ αυτήν βρήκε την ανταπόκριση και εκπλήρωσή του, και σε καμιά άλλη γυναίκα.

Σήμερα, χαίρει όλη η γη και μας φανερώνει την χαρά της, στολισμένη με τα πρώτα άνθη της ανοίξεως, για να συμμετάσχει στην πανορθόδοξη χαρά, και να προσφέρει τα πρώτα της άνθη, για να στολισθεί η εικόνα της Παναγίας, να σμίξουν τα άνθη της ανοίξεως με το «ἄνθος τό ἀμάραντο» σήμερα, ο ορθόδοξος λαός νοερά σμίγει, με την σκέψη του, την καρδιά του και με την ακάθιστη στάση του, με τις χιλιάδες εκείνες των χριστιανών των βυζαντινών χρόνων, γύρω από το Ιερό Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, που ψάλλουν τον «Ἀκάθιστο Ὑμνο», μαζί με τον σεβάσμιο και άγιο τότε Πατριάρχη Σέργιο.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Η εις Άδου Κάθοδος

«Ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
(Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).

apokathilosi10ατά το  Άγιο και Μέγα Σάββατο, η  Εκκλησία μνημονεύει την εις  Άδου κάθοδο του Κυρίου μας  Ιησού Χριστού.  Ότι δηλαδή, κατά τις τρεις ημέρες μετά τον θάνατό Του και μέχρι της αναστάσεώς Του, ο Κύριος κατήλθε στον Άδη, στον τόπο, όπου ευρίσκονταν φυλακισμένες οι ψυχές των ανθρώπων, κήρυξε και, στη συνέχεια, με θεϊκή εξουσία ανέστησε και ελευθέρωσε τις ψυχές και κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τα ταμεία του ζοφερού αυτού τόπου.  Η προσδοκία του διαβόλου ήταν, ότι τελικά θα μπορούσε να κρατήσει ένα μέρος της δημιουργίας του Θεού υπό την εξουσία του. Αυτός ήταν ο  Άδης.

Ο  Άδης δεν είναι τόπος, αλλά τρόπος ζωής των πνευμάτων. Είναι δε ως τρόπος και κατάσταση ζωής αντίθετος του Παραδείσου.  Εάν στον Παράδεισο ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος επειδή ζει με τον Θεό, στον  Άδη ζει δυστυχισμένος επειδή ζει με τούς διαβόλους. Στον  Άδη κατέρχονταν όλοι οι ζώντες.  Εκεί δεν μπορούσαν να αινούν πια τον Θεό, να ελπίζουν στην δικαιοσύνη Του, στην πιστότητά Του. Πρόκειται για μία ολοκληρωτική εγκατάλειψη.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Μετά τούτο ειδώς ό Ιησούς ότι πάντα ήδη τετέλεσται, ίνα τελειωθή ή γραφή, λέγει Διψώ»


stavrwsh15 Κύριος μας σήμερα βρίσκεται πάνω στο σταυρό. Ή φύσις πάσχει. Ή γη βυθίζεται στο σκοτάδι, φορεί τα μαύρα. Τα βράχια σείονται, το καταπέτασμα του ναού σχίζεται. Οι άγγελοι πενθούν και λένε στους ανθρώπους, Κλάψτε και εσείς για το Χριστό. Πέντε ώρες έμεινε πάνω στο ξύλο του σταυρού ό Κύριος. Απερίγραπτο το μαρτύριο του. Άλλα και την ώρα του πόνου δεν έχασε τη διαύγεια του. Φίλοι και εχθροί, όλοι πέρασαν από τη σκέψη του. Όλους τους θυμήθηκε με μια αγάπη άπειρη.

Θυμήθηκε την Παναγία Μητέρα και την εμπιστεύθηκε στον Ιωάννη με το «Ιδού ή μήτηρ σου» (Ίωάν. 19,27). Θυμήθηκε και τους σταυρωτάς και είπε το «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Άλλ' ή ώρα του θανάτου πλησιάζει. Ή ζωή του Χριστού λειώνει σαν το κερί. Οι σταυρωτοί βλέπουν την αγωνία και με σαδισμό επιχαίρουν για τα παθήματα του. Τότε ό Χριστός ανοίγει τα χείλη και λέει. «Διψώ» (Ίωάν. 19,29). Αυτό το λόγο θέλησα να λάβω ως θέμα. Ελάτε να τον μελετήσουμε. Ζητώ τη βοήθεια του Εσταυρωμένου και τη δική σας προσοχή. Χριστέ, βοήθησε με Χριστιανοί, προσέξτε με. «Διψώ».

Από την ώρα πού συνελήφθη στη Γεσθημανή μέχρι τη στιγμή πού είπε τη λέξη αυτή, ό Χριστός υπέφερε μύρια μαρτύρια. Για κανένα όμως δεν άνοιξε το στόμα του να παραπονεθεί, έμεινε άφωνος σαν άκακο αρνίο. Όταν του έβαλαν το ακάνθινο στεφάνι δεν είπε «Ώ ή κεφαλή μου!», όταν τον χτύπησαν με το φραγγέλιο δεν είπε «'Ώ τα νώτα μου!», όταν τον κάρφωναν δεν είπε «'Ώ τα πόδια, ω τα χέρια μου!». Τώρα όμως πού πλησιάζει το τέλος λέει «Διψώ». Είναι μια ανάγκη του σώματος,

Είναι προπαντός ό πόνος της ψυχής του «Διψώ». Ποιος δίψα; Εκείνος πού δημιούργησε το νερό και τις δεξαμενές του. Υδρατμοί και νέφη, θάλασσες και ωκεανοί, πηγές και λίμνες, ποταμοί και ρυάκια, όλα Είναι έργα του. Αν δώσει μια διαταγή, ή θάλασσα θα γίνει ξηρά, οι ωκεανοί θα δείξουν το βυθό τους, οι πηγές θα στερέψουν, οί άνθρωποι θα πεθάνουν. και όμως ό δημιουργός του ύδατος διψά. «Διψώ». Ποίος το λέει; Εκείνος πού βρέχει επί δικαίους και αδίκους, εκείνος πού ποτίζει και τον κακούργο. Εκείνος πού δροσίζει τα άνθη κ αϊ τη χλόη. Εκείνος πού σε όλους προσφέρει δωρεάν το νερό.

Αυτός τώρα δίψα. «Διψώ». Και σε ποιους το λέει; Στους Ιουδαίους, πού μαζί με τους ξένους στρατιώτες κυκλώνουν το σταυρό. Αυτοί είχαν ιδιαίτερο λόγο να τον ευγνωμονούν. Δίψασαν κι αυτοί κάποτε, είπαν κι αυτοί «διψώ». Πού, πότε; Όταν διάβαιναν την έρημο της Αραβίας. Σταλαγματιά νερό δεν υπήρχε. Τρέχουν στο Μωϋσή «Διψούμε, δός μας νερό, χανόμαστε!». Ό Μωυσής παρακάλεσε το Θεό, κι ό Θεός τον διέταξε να χτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο. Κι ό βράχος έγινε βρύση.

Τους πότισε με άφθονο νερό. Ποιος; Αυτός πού τώρα φωνάζει «Διψώ». Όταν φώναξαν εκείνοι «διψούμε», ό Χριστός τους έδωσε νερό, τώρα πού ό Χριστός λέει «Διψώ», δέ' βρίσκεται ένας άπ' αυτούς να του προσφέρει λίγη δροσιά. Ώ της αχαριστίας σας, Ιουδαίοι! «αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος» (αντίφ. ι6' 1). «Διψώ». Είναι φυσικό να δίψα ό Χριστός. Είναι τέλειος άνθρωπος, έχει τις ανάγκες πού έχουμε κ' εμείς. Το αίμα του έφυγε, ποτίζει τη γη του Γολγοθά.

Σαν τραυματίας, σαν κουρασμένος οδοιπόρος φωνάζει «Διψώ». Άλλ' ή φωνή του «φωνή βοώντος εν τη έρήμω» (Ματθ. 3,3). Οι σταυρωτοί δεν εννοούν ν' ανακουφίσουν τον πόνο του. Αντιθέτως, νερό ζητεί, κι αυτοί του προσφέρουν ξίδι με χολή. Άλλα ή λέξη «Διψώ» δεν εκφράζει ανάγκη σωματική μόνο. Δέ' διψά μόνο το σώμα του Χριστού έχει και δίψα ψυχική. «Διψώ». τι διψά ή ψυχή του Χριστού μας; Διψά δικαιοσύνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6).

Ποιος άλλος αγάπησε το δίκαιο όσο ό Χριστός; και όμως έπεσε πρώτο θύμα της αγριωτέρας αδικίας. Ή καταδίκη του μένει αιώνιο στίγμα της ανθρωπινής δικαιοσύνης. «Δικαιοσύνη μάθετε, οι ενοικούντες επί της γης»(Ήσ. 26,9). Άλλα που δικαιοσύνη; Πάνω απ' το σταυρό σήμερα ρίχνει το θείο βλέμμα στη γη της αδικίας κι ακούω τη φωνή του «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, άλλ' οί άρχοντες των λαών βουλώνουν τ' αυτιά τους χειρότερα από τους Ιουδαίους.

Άγγλος πολιτικός είπε, ότι επικρατεί όχι ό νόμος της δικαιοσύνης, άλλ' ό νόμος της ζούγκλας, ό ισχυρός καταβροχθίζει τον αδύνατο. Το άνθος του δι καιου μαράθηκε από το λίβα της αδικίας. «Διψώ». Διψά τι; Ειρήνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί» (Ματθ. 5,9) και διέταξε την Εκκλησία του να εύχεται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». Ειρήνη διψά ή μεγάλη καρδιά του. Και αντί ειρήνης βρίσκει ταραχή, θόρυβο. Τα έθνη ετοιμάζονται για πόλεμο, τροχίζουν τα μαχαίρια τους πάνω στην ακονόπετρα του μίσους, τρέχουν ακάθεκτοι στο δρόμο του αίματος.

Δέ' βρίσκει ό Χριστός αυτό πού ποθεί, κ' εξακολουθεί να φωνάζει στον μαινόμενο κόσμο. Διψώ την ειρήνη! «Διψώ». τι διψά; Διψά αγάπη. Άλλα που αγάπη; Τα λουλούδια της αγάπης σπανίζουν πια στον εγωιστικό μας κόσμο. Το μίσος απλώνεται, ψυγείο κατήντησε ή γη, παγωνιά επικρατεί. Και ό Χριστός βλέπει τα παγόβουνα των καρδιών και φωνάζει. Κόσμε, διψώ αγάπη! «Διψώ». τι διψά; Αγιότητα ψυχών  και σωμάτων. Είναι εκείνος πού είπε «Μακάριοι οί καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται» (Ματθ. 5,8).

Άλλα που ή αγιότης, πού ή παρθενία, πού ή καθαρότης των ηθών; Παντού υψώνονται ναοί της Αφροδίτης και βωμοί του Βάκχου. Τη σάρκα  και όχι το πνεύμα λατρεύει ό κόσμος. «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ εστί ποιών χρηστότητα, ουκ εστίν έως ενός» (Ψαλμ. 13,3). Ή νεότης σαπίζει μέσα στη διαφθορά, το πνεύμα τυραννείται, ή σάρκα θριαμβεύει. Και ό Χριστός, πού βλέπει άπ' το σταυρό αυτό το βούρκο, φωνάζει. Κόσμε, διψώ αγιότητα  και καθαρότητα! «Διψώ». τι διψά;

Αλήθεια και ειλικρίνεια στους λόγους  και τα αισθήματα μας. «Εγώ ειμί... ή αλήθεια»  και «ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς», είπε (Ίωάν. 14,6. 8,32). Άλλα πού αυτά! Όλοι σήμερα φορούμε τη μάσκα της υποκρισίας. Βλέπω γυναίκες πού διαβάζουν θρησκευτικά βιβλία, κάνουν μεγάλους σταυρούς, μιλούν ή μάλλον φλυαρούν περί Θεού, αλλά μένουν μόνο στα λόγια. Έργα μηδέν άκαρπες συκιές. Λησμόνησαν τα λόγια του Χριστού «Ου πάς ό λέγων μοι Κύριε, Κύριε, είσελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών».

Το ίδιο ισχύει  και για τους άντρες.  και ό Χριστός βλέπει τις μάσκες της υποκρισίας  και φωνάζει. Κόσμε, διψώ για αλήθεια  και ειλικρίνεια! «Διψώ». τι διψά; Τη σωτηρία της ψυχής σου. Χρόνια σε περιμένει ό Χριστός μας. Άλλα συ συνεχίζεις το δρομολόγιο της αμαρτίας. Στάσου λοιπόν μια στιγμή, άκουσε τον. Σου φωνάζει. Αμαρτωλέ, διψώ τη σωτηρία σου, γι' αυτήν φόρεσα τον ακάνθινο στέφανο, γι' αυτήν ανέβηκα στο σταυρό. Αδελφέ συναμαρτωλέ! Αν βρισκόσουν κάτω από το σταυρό  και άκουγες το Χριστό να φωνάζει «Διψώ», είμαι βέβαιος ότι θα έτρεχες να του φέρεις ένα ποτήρι νερό.

Άλλα  και σήμερα το ίδιο φωνάζει. «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, ειρήνη, αγάπη, αγιότητα, άλήθεια-ειλικρίνεια, σωτηρία ψυχών. Μη μείνουμε ασυγκίνητοι στη φωνή του. Όποιος αδικεί, όποιος μισεί  και φθονεί, όποιος κυλιέται στη λάσπη της ακολασίας, όποιος ζει στην υποκρισία  και το ψέμα, όποιος μένει αμετανόητος στην αμαρτία, ας του προσφέρει σήμερα ένα δάκρυ μετανοίας, αυτό προ παντός περιμένει ό Χριστός, αυτό θα Είναι ή καλύτερη δροσιά του.

Ω εσταυρωμένε Λυτρωτά! Δίψασες,  και οί σταυρωτέ σου έδωσαν χολή  και όξος, διψάς  και σήμερα, αλλά στη γη μας έχουν στερέψει οί πηγές του κάλου. Μόνο μικρά ποταμάκια καλοσύνης  και αρετής υπάρχουν μέσα στη Σαχάρα του κόσμου. Δός μας τη χάρη σου, ώστε τα ποταμάκια αυτά να γίνουν μεγάλοι ποταμοί, ή Σαχάρα να γίνει κήπος της Εδέμ, να βασιλεύσει παντού ή αγάπη ή δικαιοσύνη ή ειρήνη ή αγιότης ή παρθενία. Κάνε τη σημαία του σταυρού να κυματίζει παντού. Κάνε να σβήσουν μέσα μας όλες οι δίψες της αμαρτίας,  και ν' ανάψει στην καρδιά μας ή δίψα εκείνη της αγιότητας, πού αισθάνθηκες εσύ όταν από το σταυρό σου φώναξες «Διψώ».

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

niptiras«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας, ἐσκοτίζετο· καί ἀνόμοις κριταῖς σέ τόν δίκαιον κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε, χρημάτων ἐραστά, τόν διά ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον· φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν τήν διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περί πάντας ἀγαθός, Κύριε, δόξα σοι».

Όταν οι ένδοξοι μαθητές κατά τη διάρκεια του νιπτήρα λάμβαναν το φως του Θεού, τότε ο δυσσεβής Ιούδας, καταληφθείς από τη φοβερή νόσο της φιλαργυρίας, γέμιζε από το σκοτάδι της παρανομίας. Έτσι, σκοτισμένος, παρέδιδε σε άνομους κριτές (να δικαστείς) εσένα, το δίκαιο Κριτή. Βλέπε, εσύ που αγαπάς τα χρήματα, αυτόν που για χάρη τους, χρησιμοποίησε την αγχόνη (κρεμάστηκε)· απόφευγε την αχόρταγη ψυχή, που τόλμησε τέτοια πράγματα στο Διδάσκαλο.

Σε εσένα, Κύριε, που είσαι προς όλους αγαθός, δόξα σοι. Το πρόσωπο του Ιούδα κατέχει κεντρική θέση στην ιστόρηση του πάθους του Χριστού. Ήδη η υμνογραφία των προηγούμενων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος ασχολήθηκε αρκετά με τον προδότη μαθητή. Το τροπάριο επανέρχεται στο ίδιο θέμα, τόσο περισσότερο όσο η προδοσία ήταν επί θύραις. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Το εσπέρας ο Χριστός θέλησε με τους μαθητές του να φάγει το τελευταίο Πάσχα της ζωής του, στο οποίο θα συνιστούσε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Οι μαθητές ήταν όλοι συγκεντρωμένοι σε υπερώο δωμάτιο στα Ιεροσόλυμα, όπου όλα είχαν ετοιμαστεί για το πασχάλιο δείπνο. Μαζί τους ήταν και ο Ιούδας. Ενώ όμως οι έντεκα μαθητές στις κρίσιμες εκείνες ώρες φωτίζονταν από την ακτινοβολία του θείου Διδασκάλου και ο νους τους ανοιγόταν στη Χάρη για να δεχτεί τις φωταύγειες του σωστικού μυστηρίου, ο Ιούδας ήταν παραδομένος στο σκοτάδι του αιώνιου θανάτου. Ασυγκίνητος στο θαύμα του Θεού, ο νους του απουσίαζε από την ουράνια μυσταγωγία, έτρεχε μακριά, πολύ μακριά, έφτανε στα έγκατα του Άδη, στο ζοφερό σκοτάδι της κολάσεως.

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 77 επισκέπτες

Εμφανίσεις Άρθρων
5460327

Copyright © 2023 Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Πυτιρίνης. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. 

Δημιουργία ιστοτόπου: CJ web Services & Eshop

grafiko 2

Search