There seems to be an error with the player !

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

ag.grιgorios theologosΣτις 25 του μηνός Ιανουαρίοιη Εκκλησία μας εορτάζει και τιμά την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεολόγου. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος καταγόταν από την Ναζιανζό της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του Νόννα ήταν ευσεβής Χριστιανή, ενώ ο πατέρας του ήταν αρχικά οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, ενός κράματος από ιουδαϊκά και εθνικά θρησκευτικά στοιχεία, και στο οποίο η λατρεία του υψίστου Θεού συνδυαζόταν με την λατρεία του πυρός. Η σύζυγός του με την προσευχή και την καθημερινή παρακίνησή της κατόρθωσε την επιστροφή του στην Χριστιανική πίστη.

Βαπτίσθηκε από Επισκόπους της περιοχής και έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ναζιανζού. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρομοιάζει τους γονείς του με τον Αβραάμ και την Σάρραν, επειδή απέκτησαν τρία παιδιά σε προχωρημένη ηλικία, την Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο. Ο άγιος Γρηγόριος χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον πατέρα του και Επίσκοπος από τον φίλο του Βασίλειο. Υπήρξε μεγάλος Θεολόγος. Στην υμνογραφία εξυμνείται κυρίως ως "τῶν θεολόγων ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος". Η Εκκλησία τον τίμησε απονέμοντάς του τον τίτλο του Θεολόγου, τον οποίο επεφύλαξε σε τρεις μόνον αγίους.

Οι άλλοι δύο είναι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Ο άγιος Γρηγόριος κλήθηκε να αναλάβει την ηγεσία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε μια εποχή δύσκολη, κατά την οποία είχαν επικρατήσει οι αιρετικοί Αρειανοί για σαράντα χρόνια και η αυτοκρατορική αυλή ευνοούσε την αίρεση. Εκεί, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, έλαμψε το θεολογικό του χάρισμα, αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του. Εξεφώνησε τις περίφημες περί θεολογίας ομιλίες του και ο μικρός Ναός στον οποίο ομιλούσε και λειτουργούσε ονομάσθηκε Αναστασία, επειδή ανέστησε τον θείο λόγο. Τελικά, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος του παρέδωσε τον καθεδρικό Ναό και η Β' Οικουμενική Σύνοδος τον ανέδειξε Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Οι εχθροί του όμως έθεσαν θέμα αντικανονικότητος της εγκαταστάσεώς του στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή τάχα κατείχε άλλην έδρα.

Η καταγγελία όμως αυτή δεν ευσταθούσε, διότι στην πόλη Σάσιμα δεν εγκαταστάθηκε ποτέ. Όμως για να μη δημιουργηθή σχίσμα στην Εκκλησία, ανεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα εξεφώνησε από την προεδρικήν έδρα της Συνόδου έναν συγκινητικό λόγο, με τον οποίο απεκάλυπτε όλο το μεγαλείο της πνευματικής του δυνάμεως. Είπε ότι εάν ήταν αυτός αίτιος της διαιρέσεως, ας ερρίπτετο στην θάλασσα όπως ο Ιωνάς, για να παύση η τρικυμία. Και απεχώρησε για να πάη να βρη "τήν φίλη του ησυχία". Ο βίος και τα συγγράμματά του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε πολλά και σημαντικά, αλλά η στενότης του χώρου μας επιτρέπει να αναφέρουμε, εντελώς τηλεγραφικά, τα ακόλουθα: Πρώτον.

Ο άγιος Γρηγόριος ήταν όνομα και πράγμα Θεολόγος, επειδή είχε προσωπική γνώση και εμπειρία του Θεού. Οι ομιλίες του, και κυρίως οι εορταστικοί του λόγοι στις μεγάλες Δεσποτικές Εορτές, έχουν θεολογικό περιεχόμενο, επειδή το Ορθόδοξο κήρυγμα είναι κατήχηση και ταυτόχρονα μύηση στο μυστήριο της θεολογίας. Η Ορθόδοξη θεολογία είναι τρόπος ζωής και βοηθά τον άνθρωπο να καθαρθή από τα πάθη, για να μπορέση να αποκτήση προσωπική κοινωνία με τον Θεό, ο οποίος δεν είναι απλώς ανώτερη δύναμη ή αφηρημένη ιδέα, αλλά Πρόσωπο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όπως όλοι οι άγιοι Πατέρες, έτρεφε και τρέφει τον λαό του Θεού με τα νάματα της Ορθοδόξου Θεολογίας, η οποία προσφέρει λύσεις στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα. Το Ορθόδοξο κήρυγμα σήμερα, έχει επηρεασθή, δυστυχώς, από ξένα πρότυπα και από την εκκοσμίκευση. Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά ως επί το πλείστον ακούει κανείς κηρύγματα κοινωνικά, ηθικίστικα, άχρωμα, και άγευστα της Ορθοδόξου θεολογίας, που αφήνουν τον άνθρωπο ασυγκίνητο και αθεράπευτο.

Οι άγιοι Πατέρες, ως ποιμένες, καταπιάνονταν ασφαλώς και με τα διάφορα κοινωνικά θέματα και προβλήματα, αλλά το έκαναν ως Θεολόγοι. Δηλαδή μελετούταν τα θέματα και πρότειναν λύσεις μέσα από την προοπτική της Ορθοδόξου θεολογίας. Και Δεύτερον. Ευρισκόμαστε στον πρώτο μήνα του χρόνου και όπως είναι γνωστό, συνηθίζουμε να ευχόμαστε ο ένας στον άλλο "χρόνια πολλά". Και αυτό το κάνουμε, επειδή αγαπούμε την ζωή και επιθυμούμε να ζήσουμε όσο γίνεται περισσότερο. Κανείς δεν επιθυμεί τον θάνατο, επειδή δεν έχει δημιουργηθή για να πεθάνη, αλλά για να ζη αιώνια. Ο θάνατος είναι κάτι το ξένο και παρείσακτο στην ζωή μας.

Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, της κακής χρήσεως της ελευθερίας μας, της ανυπακοής μας στο θέλημα του Θεού. Η ανθρώπινη ζωή έχει ύψιστο σκοπό και ως εκ τούτου μεγάλη σπουδαιότητα και αξία. Αξίζει να μελετήσουμε την αξία και τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου μέσα από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου. Θα μας πη ο Άγιος ότι ο άνθρωπος "εῖναι ζῶον ἐνταύθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί πέρας τοῦ μυστηρίου τή πρός τόν Θεόν νεύση θεούμενον". Δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για το ενταύθα, αλλά για την αιωνιότητα. Στην παρούσα ζωή οικονομείται, ήτοι ζή, αναπνέει, τρώει, πίνει, εργάζεται, γίνεται μοναχός, παντρεύται, αλλά ο σκοπός της ζωής του είναι άλλος.

Είναι η θέωση, ήτοι η κοινωνία με τον άγιο Τριαδικό Θεό, που επιτυγχάνεται με την σωστή χρήση της ελευθερίας του και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η αληθινή μας πατρίδα δεν είναι ενταύθα, αλλά αλλαχού. Είναι η βασιλεία του αγίου Τριαδικού Θεού. Ζούμε ενταύθα, αλλά πρέπει να μεθιστάμεθα αλλαχού, ήτοι να πολιτευόμεθα στον ουρανό. Αξίζει να εντρυφήσουμε στην Ορθόδοξη θεολογία, η οποία προσφέρει λύσεις στα καθημερινά μας προβλήματα, αλλά και βοηθά στην υπέρβαση του ενταύθα, δηλαδή του θανάτου και την απόλαυση της ζωής, όχι απλώς για πολλά χρόνια, αλλά αιώνια. Αμήν

 
Αγιοκατάταξη Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου

Όπως έγινε λίγο πριν γνωστό, στη χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας συγκαταλέγεται επίσημα από σήμερα ο μοναχός Παΐσιος Αγιορείτης. Παρουσιάζουμε, λοιπόν για τους αναγνώστες της “Πεμπτουσίας” ένα σημείωμα για τους περισσότερο χαρακτηριστικούς σταθμούς του βίου του αγίου ανδρός.

paisiosios2

Ο όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς στα Φάρασα της Καππαδοκίας το έτος 1924, λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του αγ. Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη.  Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του, επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία.

Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως, σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ι.Μ. Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ι.Μ. Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα. Τότε μάλιστα έγινε και σταυροφόρος μοναχός, παίρνοντας το όνομα Παΐσιος.

Υπακούοντας μάλιστα σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο αλλά στην κατεστραμμένη Ι. Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Όταν ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος  παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος, δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το όνομά του διέτρεξε σύντομα όλη την οικουμένη, έλκοντας πλήθος ταλαιπωρημένων ανθρώπων, από κάθε ηλικία και κοινωνική τάξη, προς την ταπεινή καλύβα που φέρει το όνομα «Παναγούδα», κοντά στις Καρυές, στην οποία έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του. Εκείνος, βέβαια, μη θέλοντας να στερηθεί την αγαπητή του ησυχία, είχε το λογισμό να αναχωρήσει σε τόπο άγνωστο, και από την αφάνεια πλέον να προσεύχεται ελεώντας και στηρίζοντας τον κόσμο.

Και πάλι όμως ήλθε μια εκ Θεού πληροφορία, ότι οφείλει να παρηγορεί όλους τους ανθρώπους, κατά την προφητική ρήση: «Παρακαλείτε, παρακαλείτε τον λαόν μου». Έτσι αφιερώθηκε πλέον στην παραμυθία και ανακούφιση όλων των ανθρώπων. Τη νύχτα δε, σαν λαμπάδα που λιώνει, προσευχόταν με πολύ πόνο για σύμπασα την ανθρωπότητα, μνημονεύοντας μάλιστα και μεγάλο πλήθος ονομάτων, ζώντων και κεκοιμημένων.

Αλλά και κατά τη διάρκεια της μέρας, δαπανιόταν για να αναπαύει τις ψυχές του πλήθους των προσκυνητών που συνέρρεαν στο καλύβι του, απεργαζόμενος τα μεγάλα χαρίσματα με τα οποία τον πλούτισε η θεία χάρη, σαν καλός οικονόμος για την παράκληση και σωτηρία τους. Διότι και τα απόκρυφα βάθη των καρδιών διέβλεπε, και τα μέλλοντα προέλεγε, και σωματικές και ψυχικές ασθένειες θεράπευε, και είχε εξουσία πάνω σε ακάθαρτα πνεύματα, ώστε να ελευθερώνει δαιμονισμένους με την επίκληση του θείου ονόματος. Τα λόγια του ήταν «ως λόγια Θεού», κατά το Αποστολικόν.

Σε όλους φανέρωνε τον αληθινό σκοπό της παρούσας ζωής, που είναι η προετοιμασία για την αληθινή μας πατρίδα, τον ουρανό, όπως εξηγεί και ο ιερός Καβάσιλας. Αδιάκοπα προέτρεπε τους επισκέπτες του, λοιπόν, σε μετάνοια, εξομολόγηση και φιλότιμο αγώνα. Ήταν δε στη συναναστροφή του γλυκός, απλός, ευχάριστος, ελεήμων και μακρόθυμος. Ενώ είχε πολλή συμπάθεια προς τους αμαρτωλούς, κάποτε γινόταν ως «λέων πυρ πνέων», εναντίον εκείνων που προφασίζονταν διάφορες δικαιολογίες παρεξέκλιναν από το θείο δρόμο και τις πατερικές παραδόσεις. Πολεμούσε, ακόμη, με σφοδρότητα το κοσμικό πνεύμα, θεωρώντας το ως το μεγαλύτερο εχθρό της σωτηρίας των πιστών.

Αυτός ο ακαταπόνητος ασκητής, αφού υπέμεινε από τη νεότητά του πολλές σωματικές ασθένειες, υπέμεινε γενναία και ευχαρίστως στο τέλος και τους μαρτυρικούς πόνους του καρκίνου, από τους αναπαύθηκε τη 12η Ιουλίου του 1994, σε ηλικία 70 ετών. Κοιμήθηκε στην Ι.Μ. του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, την οποία καθοδηγούσε πνευματικά για 28 χρόνια. Στο Μοναστήρι αυτό, κοντά στον Ι. Ναό του Αγ. Αρσενίου του Καππαδόκη, βρίσκεται και ο τάφος του, όπου αναπαύεται πλέον το πολύαθλο σώμα του. Από τον ουρανό πλέον, ο Όσιος Παΐσιος ευεργετεί ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους, έχοντας μεγάλη παρρησία προς το Φιλάνθρωπο Θεό, Τον οποίο ανελλιπώς δόξασε στη ζωή του.

 
Κυριακή ιβ' Λουκά (των δέκα λεπρών)

«Απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν...»

evagelistis loykasΈνα θαύμα, αγαπητοί μου αδελφοί, ένα θαύμα βλέπουμε στο Ευαγγέλιο της ΙΒ' Κυριακής του Λουκά που διαβάσαμε σήμερα. Βλέπουμε ένα θαύμα, που είναι συγχρόνως και μία διδασκαλία. Είναι το θαύμα της θεραπείας των 10 λεπρών. Αλλά προς αυτούς τους 10 λεπρούς παραβάλλονται όλοι οι άνθρωποι. Πραγματικά λεπροί εκείνοι οι 10 δυστυχισμένοι άνθρωποι. Συμβολικά λεπροί όλοι οι άνθρωποι, ή μάλλον ψυχικά λεπροί. Λεπροί με λέπρα χειρότερη απ’ τη λέπρα τη σωματική, που είχαν οι άνδρες του σημερινού Ευαγγελίου και όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών. Οι δέκα λεπροί και ο Χριστός είναι τα πρόσωπα του θαύματος. Ας δούμε όμως τη στάση των 10 λεπρών μπροστά στο Χριστό! Ποια ήταν αυτή η στάση; Δεν ήταν μία η στάση. Τέσσερις στάσεις βλέπουμε να αλλάζουν οι λεπροί. Αλλά και όλοι οι άνθρωποι μπροστά στο Χριστό παίρνουν, πρέπει να παίρνουν, αυτές τις στάσεις των 10 λεπρών.

Ας δούμε αυτές τις τέσσερις στάσεις, όπως φωτογραφίζονται μέσα στο Ιερό Ευαγγέλιο. Η πρώτη στάση: Πού στέκουν οι 10 λεπροί; Στέκουν μακριά, πολύ μακριά. «Έστησαν πόρρωθεν». Βλέπουν το Χριστό από μακριά, απ’ τον έρημο τόπο που μένουν. Θέλουν να τον πλησιάσουν, να τον δουν από κοντά. Αλλά δεν μπορούν. Δεν τολμούν να πλησιάσουν κανένα άνθρωπο της κοινωνίας. Καταραμένη και κολλητική τότε η αρρώστια της λέπρας, τους υποχρέωνε να μένουν μακριά από τις πόλεις και τα χωριά, μακριά από τους υγιείς ανθρώπους. Νόμοι αυστηροί τους καθήλωναν στην ερημιά. Αλλά και οι ίδιοι, ευγενικές υπάρξεις, αισθάνονται την αρρώστιά τους, έχουν συναίσθηση της καταστάσεως τους, και δεν θέλουν να κάνουν κακό στους άλλους ανθρώπους. Δεν θέλουν να μεταδώσουν την αρρώστια τους και στους υπολοίπους. Αυτοί είναι ακάθαρτοι. Δεν πρέπει να γίνουν και οι άλλοι άνθρωποι λεπροί και ακάθαρτοι.

Περισσότερα...
 
Κυριακή μετά τα φώτα

evagelistis mathaios«Μετανοεῖτε ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»

Ο Κύριος στο σημερινό Ιερό Ευαγγέλιο, αδελφοί μου, προσκαλεί τους ανθρώπους σε μετάνοια και η Εκκλησία επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια του Κυρίου: «Μετανοείτε διότι πλησιάζει η Βασιλεία του Θεού επάνω στη γη». Πολύ σημαντική αγγελία και μήνυμα μεγάλης σημασίας φέρει ο Χριστός στον κόσμο. Όταν άκουσε ο Κύριος, ότι ο Ιωάννης συνελήφθη και παρεδόθη στη φυλακή από τους ανθρώπους του Ηρώδη, τότε άρχισε να κηρύττει: «μετανοεῖτε, διότι πλησιάζει ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ήταν μέσα στο σχέδιο της οικονομίας του Θεού να αρχίσει ο Κύριος το κήρυγμα Του από τη Γαλλιλαία, από την επαρχία και όχι από την Ιουδαία και το θρησκευτικό της κέντρο, τα Ιεροσόλυμα.

Ο Κύριος, ως ο απεσταλμένος Υιός του Θεού, φέρει ο ίδιος το μήνυμα περί της Βασιλείας των ουρανών στους ανθρώπους. Οι Ιουδαίοι είχαν διαμορφώσει την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο Μεσσίας θα αποκαταστήσει τη Βασιλεία του Δαυίδ και θα ικανοποιήσει έτσι τις εθνικές τους προσδοκίες. Ο Κύριος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στους Ιουδαίους. Το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού απευθύνεται ως θεία ευλογία προς όλους τους ανθρώπους, προς όλους τους λαούς. Στη Βασιλεία του Θεού καλούνται όλοι οι άνθρωποι και δεν αποκλείεται κανένας. Ακόμη και αυτοί οι τελώνες και οι πόρνες έχουν τη θέση τους, «οἱ τελῶναι καί αἵ πόρναι προάγουσι ὑμᾶς εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».

Τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Η Βασιλεία του Θεού επάνω στη γη δεν είναι κάτι αόριστο, ούτε ένας σταθερός περιγραπτός χώρος˙ είναι η Εκκλησία, όπου δια των ακτίστων ενεργειών του Θεού πραγματοποιείται η σωτηρία του κόσμου. Οι άνθρωποι, που ακούν τα λόγια του Κυρίου και βλέπουν τη δύναμη του λόγου Του, διαπιστώνουν ότι κάτι νέο συντελείται. Ασθενείς θεραπεύονται, δαιμόνια εκδιώκονται, αμαρτωλοί συγχωρούνται και έλεος παρέχεται σ' όλους τους ανθρώπους. Αυτά τα σημεία δείχνουν πως η εγγύτητα της Βασιλείας του Θεού είναι χειροπιαστή πραγματικότητα.

Είναι η κοινότητα των δώδεκα Αποστόλων, είναι η πρώτη Εκκλησία, είναι η Εκκλησία των Ιεραποστολών, μέσα στην οποία οι άνθρωποι αποκτούν εμπειρία της δυνάμεως του λόγου του Κυρίου και απλώνεται η Βασιλεία του Θεού σ' όλη την οικουμένη. Με όλα αυτά δεν πρέπει να θεωρηθεί η Βασιλεία του Θεού ως ένα σχήμα κοσμικής εξουσίας. Αυτό το απέκλεισε ο Κύριος με το λόγο Του: «Ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Η Βασιλεία του Θεού επί της γης είναι ο πνευματικός χώρος, είναι η Εκκλησία του Χριστού, όπου παραμένει ο ίδιος ο Χριστός και με τα μυστήρια προσφέρει ειρήνη, αγιασμό και απολύτρωση.

Στην ευχή του Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανείων ακούσαμε την ευχή: «Σήμερον ἁγιάζεται ἡ φύσις τῶν ὑδάτων». Πρόκειται για ένα μυστήριο ακατάληπτο. Το νερό παραμένει νερό, αλλά γίνεται φορέας της Χάριτος του Θεού, που αγιάζει εμάς αλλά και την φύση. Πως, όμως, δεν αντιλαμβανόμαστε την Βασιλεία του Θεού έξω από μας και μέσα μας; Η απάντηση είναι απλή: Δεν μας αφήνει η αμαρτία. Αυτή δημιουργεί μέσα μας τη σύγχυση, την ταραχή, αυτή σκοτίζει το νου και μας κρατάει μακρυά από το Θεό. Γι' αυτό χρειάζεται μετάνοια.

Τι είναι όμως, αδελφοί μου, η μετάνοια;Είναι η αλλαγή γνώμης και τρόπου ζωής, η άρνηση της αμαρτίας και η εξ' ολοκλήρου επιστροφή προς το Θεό, όπως η επιστροφή του ασώτου υιού. Και είναι δυνατόν η μετάνοια να εκτελεσθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Διότι, η συνείδηση του ανθρώπου επαναστατεί, θέλει να απελευθερωθεί από τα δεσμά της αμαρτίας και ελεύθερη η ψυχή να πετάξει προς τον Θεό. Όταν ο ανθρωπος ντρέπεται τον ίδιο τον εαυτό του και αηδιάζει για τις πράξεις του, με τις οποίες προσέβαλε την αγάπη και την αγιότητα του Θεού, συντρίβεται εσωτερικά, νιώθει ότι πονάει και θλίβεται η καρδιά του, ταπεινώνεται μπροστά στο μεγαλείο του Θεού και παίρνει την απόφαση να μετανοήσει.

Η εσωτερική πάλη, που έχει αρχίσει μέσα του, ενισχύεται από τη Χάρη του Θεού και τον παρακινεί να τρέξει στον εξομολόγο και να ομολογήσει τα κρίματά του και να ελαφρύνει έτσι την ψυχή του από το βάρος της αμαρτίας. Τότε ακολουθεί η ειρήνη της ψυχής, η συμφιλίωση με το Θεό, η αποκατάσταση στην Βασιλεία του Θεού. Με βαθειά μετάνοια να ζητήσουμε το έλεος και να υποτάξουμε το θέλημά μας στο θέλημα του Θεού, διότι «ἐν τῷ θελήματι αὐτοῦ ζωή».

Και τότε θα νιώσουμε μέσα μας τον Παράδεισο και θα έχουμε οι ίδιοι την εμπειρία που είπε ο Κύριος: «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν». Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για την είσοδό μας στην Βασιλεία του Θεού εκτός από τη μετάνοια. Τμας το είπε και σήμερα ο Κύριος: «Μετανοεῖτε ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

 
Τα Άγια Θεοφάνεια

vaptisisἙορτή μεγάλη σήμερα, ἀγαπητοί μου, γιά ὅλους τους ὀρθοδόξους λαούς. Ἰδιαιτέρως τήν ἑορτάζει ἤ Ἑλλάς, χώρα ναυτική. Οἱ ναυτικοί μας, ὅπου καί νά πλέουν, εἴτε στόν Ἀτλαντικό εἴτε στόν Εἰρηνικό ὠκεανό, τήν τιμοῦν χαρμοσύνως. Σήμερα ἁγιάζονται τά νερά καί οἱ θάλασσες μέ τόν Τίμιο Σταυρό. Ἡ ἑορτή τῶν Φώτων εἶναι τό τέλος μίας ἐκκλησιαστικῆς περιόδου πού ὀνομάζεται Δωδεκαήμερο. Τελειώνει σήμερα τό Δωδεκαήμερο, πού ἄρχισε μέ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Νά μιλήσουμε γιά τήν ἑορτή τῶν Φώτων; Μικρή ἤ διάνοιά μας, ἀσθενής ἤ γλώσσα μας, καί τό μυστήριο πού ἀποκαλύπτεται σήμερα μέ τή βάπτιση τοῦ Κυρίου ἀπέραντο ὅπως ὁ ὠκεανός. Μᾶλλον πρέπει νά σιωπήσουμε. Ἄλλα γιά νά μή μείνη ὁ ἄμβωνας ἄφωνος τέτοια μέρα, τολμῶ, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάτι νά πῶ. Ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός παρουσιάστηκε στή γῆ ὡς ἄνθρωπος ὑπό τίς πλέον ταπεινές συνθῆκες, ἦλθε ὡς νήπιο, γεννήθηκε ἀπό πάμπτωχη κόρη σέ μία κωμόπολη τῆς Ἰουδαίας μέσα σέ ἕνα σπήλαιο.

Ποιος, βλέποντας τό βρέφος ἐκεῖνο, ἦταν δυνατόν νά φανταστῆ, ὅτι κάτω ἀπό αὐτό τό σχῆμα κρυβόταν ἤ Θεότης; Μετά ἀπό ὀκτώ ἥμερες δέχθηκε τήν περιτομή καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἰησοῦς Χριστός, «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα». Δώδεκα ἐτῶν τόν βλέπουμε πάλι στό ναό τοῦ Σολομῶντος, ὅπου κατέπληξε τούς σοφούς πρεσβυτέρους μέ τίς ἐρωτήσεις καί ἀπαντήσεις του. Μετά, γιά τό διάστημα ἀπό δώδεκα ἐτῶν ἕως τριάντα, ὁρισμένοι λένε πολλά φανταστικά, ἄσχετα ὅμως μέ τό Εὐαγγέλιο. Ἀλλά ἕνα εἶναι τό βέβαιο, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔζησε ἀφανής.

Ὡραία εἶναι ἤ ἀφάνεια! Ποῦ ἦταν; Ἔμενε καί ἐργαζόταν στή Ναζαρέτ ὡς ξυλουργός. Κρατοῦσε σκεπάρνια, πριόνια, σφυριά καί καρφιά. Εἶναι ὅ πρῶτος ἐργάτης! Τίμησε τήν ἐργασία ἐκεῖ στό ἐργαστήριο τοῦ νομιζομένου πατρός του. Ἔτσι ἔμεινε ἄγνωστος. Ποιός φανταζόταν, ὅτι αὐτός ὁ ξυλουργός εἶναι ὁ προφητευμένος ἀπό αἰώνων «υἱός ἀνθρώπου»; Ἀλλά ἦρθε ἤ ὥρα νά ἐμφανιστεῖ. Καί τότε παρουσιάστηκε ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Κήρυττε μετάνοια καί εἵλκυε κόσμο πολύ. Ὅλοι ἔσπευδαν στά ρεῖθρα τοῦ Ἰορδανοῦ, μετανοοῦσαν καί βαπτίζονταν.

Μέσα στό πλῆθος ἦρθε καί ὁ Χριστός. Ἦταν ἀπέριττος, χωρίς κάποιο ἐξωτερικό διακριτικό, δέν φοροῦσε διάδημα. Ὁ Ἰωάννης ὅμως διέκρινε, ὅτι κάτω ἀπό τό φτωχικό του παρουσιαστικό ὑπῆρχε ἤ Θεότης. Τόν ἀντιλήφθηκε, γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἦταν ἐκεῖ. Ὁ Χριστός τοῦ λέει Βάπτισε μέ. Ὁ Ἰωάννης τοῦ ἁπαντά. Δέν εἶμαι ἄξιος, ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σ’ ἕνα. Ὁ Χριστός ἐπιμένει καί στό τέλος ὁ Ἰωάννης πειθαρχεῖ. Κι ὅταν τόν βάπτισε, τότε ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί, εἶδε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σάν περιστερά λευκή νά κατεβαίνει ἐπάνω στήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ μας, καί ἀκούστηκε ἤ φωνή τοῦ οὐρανίου Πατρός νά μαρτυρεῖ γιά αὐτόν. Ἔτσι ἀποκαλύφθηκε τό Μέγα Μυστήριο.

Ἕνας ἀσεβέστατος «λογοτέχνης» τόλμησε νά διακωμώδηση τό μυστήριο αὐτό. Μά τί θά πῆ «λογοτέχνης»; Ἄν βρίσει κάποιος τόν πατέρα σου, θά τό δεχτῆς ἐπειδή εἶναι λογοτέχνης; Ὁ ἕνας βρίζει χυδαίως καί ὁ ἄλλος βρίζει λογοτεχνικῶς. Τί σημασία ἔχει; εἴτε σέ χυδαία γλώσσα εἴτε σέ λογοτεχνική, ὕβρις εἶναι. Τό ὕβρισαν λοιπόν οἱ ἄπιστοι τό μυστήριο. Τούς φαίνεται σκάνδαλο. Ἐμεῖς τό βλέπουμε διαφορετικά. Ὑπάρχει μία λέξη τοῦ εὐαγγελίου πολύ χαρακτηριστική. Τί λέει; Στόν Ἰορδάνη ἔμπαιναν γυμνοί στό νερό καί, ὅπως ἦταν, ἐξομολογοῦνταν τίς ἁμαρτίες τους. Καί ἄλλοι μέν ἔμεναν περισσότερο, ἄλλοι λιγότερο, ἀναλόγως τῶν ἁμαρτημάτων ποῦ εἶχαν νά ποῦν. Ὅλοι πάντως ἔμεναν ἕνα διάστημα βυθισμένοι. Ἕνας μόνο δέν ἔμεινε καθόλου, ὁ «Χριστός».

Τό λέει τό εὐαγγέλιο. «Καί βαπτισθεῖς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβει εὐθύς ἀπό τοῦ ὕδατος». Εἴδατε μία λέξη τί σημασία ἔχει; «Εὐθύς», λέει. Μόλις μπῆκε, βγῆκε. Γιατί; Διότι δέν εἶχε τί νά πῆ, δέν εἶχε ἁμαρτήματα! Τό «εὐθύς» εἶναι μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι ὁ Κύριος ἦταν λευκός ὄχι μόνο ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἀλλά καί ἀπό προσωπικά ἁμαρτήματα. Ἦταν ὁ μόνος ποῦ ἀπηύθυνε ἐκεῖνο τό ἀναπάντητο ἐρώτημα. «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει μέ περί ἁμαρτίας;». Ἀλλά ἀφοῦ εἶναι ἀναμάρτητος, τότε γιατί βαπτίσθηκε; Ἤ βάπτισις τοῦ Χρίστου ἔχει πολλούς λόγους. Βαπτίσθηκε, γιά νά ἀκουσθῆ ἡ μαρτυρία τοῦ Πατρός, νά φανῆ ἤ συμφωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά βεβαιωθεῖ ἔτσι ἤ Θεότης τοῦ Υἱοῦ. Βαπτίσθηκε, γιά νά φανερωθῆ τό Μέγα μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Βαπτίσθηκε, γιά νά ἁγιάσει τά ὕδατα. Βαπτίσθηκε ἀκόμα, γιά νά εἶναι τό βάπτισμα τοῦ ὑπόδειγμα σέ ἐμᾶς, ἄν βαπτίσθηκε ἐκεῖνος πού δέν εἶχε ἀνάγκη βαπτίσεως, πολύ περισσότερο ἔχουμε ἐμεῖς ἀνάγκη νά βαπτισθοῦμε. Στό βάπτισμα γίνεται μυστήριο. Ποιός ὅμως τό νιώθει; Γελοῦν τώρα ὅλοι οἱ καλεσμένοι τήν ὥρα πού τελεῖτε τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Ὅλοι μας θεομπαῖχτες καταντήσαμε... Ἀλλά καί στό βαπτιζόμενο, λόγω τῆς ἡλικίας, δέν ὑπάρχει συνείδησις τοῦ μυστηρίου.
Τό μυστήριο θέλει πίστη «ὁμολογῶ ἐν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ἄν πιστεύαμε, ἄν εἴχαμε μάτια ἀγγέλων, θά βλέπαμε ὅτι ἤ ψυχή ἐκείνου ποῦ βαπτίζεται, προτοῦ νά μπῆ στήν κολυμβήθρα εἶναι μαύρη σάν τά φτερά τοῦ κόρακα, ἀλλά ὅταν βγαίνει ἀπό τήν κολυμβήθρα, μετά τήν τρίτη κατάδυση «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» αὐτή εἶναι ἀγαπητοί μου ἤ πίστη μας, βγαίνει πιό λευκή καί ἀπό τό χιόνι πού καλύπτει τώρα τά βουνά τῆς πατρίδος μας. Γιά αὐτό βλέπεις, τό παιδί πού βαπτίζεται εἶναι ὑποχρεωτικό νά τό ντύνουν στά λευκά, σύμβολο ὅτι καθαρίστηκε. Σάν νά λέει. Πλύνε μέ, Κύριε, «καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι».

Γεννᾶται ὅμως τό ἐρώτημα. Μετά τό βάπτισμα τί γίνεται; Ὅλοι λερώνουμε τό χιτώνα τοῦ βαπτίσματος, δέν τόν κρατοῦμε καθαρό καί ἀμόλυντο, ὅπως λέει σήμερα ἤ Ἐκκλησία «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἔβαπτισθητε, Χριστόν ἔνεδυσασθε». Καί τό ἐρώτημα, πού συγκλόνισε ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία εἶναι. Τά ἁμαρτήματα πρίν ἀπό τό βάπτισμα, εἴτε κληρονομικά εἴτε προσωπικά, συγχωροῦνται. Μετά τό βάπτισμα συγχωροῦνται; Διχάστηκαν στήν πρώτη Ἐκκλησία. Ἄλλοι εἶπαν, ὅτι δέν συγχωροῦνται. Ἀλλά ἤ Ἐκκλησία εἶπε ὅτι, κατά τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, συγχωροῦνται. Πῶς συγχωροῦνται; Ἔχει ἤ Ἐκκλησία ἕνα ἄλλο μυστήριο, πού εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα.

Βαπτισθήκαμε στήν κολυμβήθρα, πρέπει νά βαπτισθοῦμε καί σ’ αὐτό. Ὅπως αὐτός πού δέν βαπτίζεται δέν θεωρεῖται Χριστιανός, ἔτσι καί αὐτός πού ἁμάρτησε δέν συγχωρεῖται ἄν δέν πέραση ἀπό αὐτό. Ποιό εἶναι τό δεύτερο βάπτισμα; Εἶναι ἤ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγησης. Πολλά ἄχρηστα δάκρυα χύνουν οἱ ἄνθρωποι. Ἕνα δάκρυ ἔχει ἀξία. Δῶστε μου ἕνα τέτοιο δάκρυ! εἶναι τό δάκρυ γιά τίς ἁμαρτίες, τό δάκρυ τῆς μετανοίας. Αὐτό γίνεται Ἰορδάνης ποταμός, δεύτερο βάπτισμα.

Ποῦ τελεῖται; Τελεῖτε Στήν Ἐκκλησία ὅταν πᾶς στόν πνευματικό πατέρα καί ὁμολογήσεις εἰλικρινά τά ἁμαρτήματά σου, ἐκεῖνα πού δέν ξέρει οὔτε ἤ γυναίκα σου οὔτε ὁ εἰσαγγελέας οὔτε ὅ κόσμος (ποῦ μπορεῖ νά σέ θεωρεῖ καλό καί ἔντιμο ἄνθρωπο, ἀλλά ἤ συνείδηση βοᾶ μέσα σου). Σπεῦσε λοιπόν σ’ αὐτό τό δεύτερο βάπτισμα σᾶς τό συνιστῶ ἐπ’ εὐκαιρία σήμερα. Οἱ περισσότεροι δυστυχῶς εἶναι ἀκόμη ἀνεξομολόγητοι. Τό τονίζω. Ἡ ἐξομολόγησης εἶναι ἡ κάθαρσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό εἶπαν καί μεγάλοι ψυχολόγοι ἤ ἐξομολόγησις σέ ἔμπειρο πνευματικό πατέρα ἀπαλλάσσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό ἄγχος. Λίγοι δοκίμασαν τήν ἔξομολογηση.

Μεταξύ αὐτῶν εἶναι καί ἕνας Ρῶσος συγγραφέας, προφήτης τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ, ὁ Ντοστογιέφσκυ. Ἦταν κατάδικος ἐπί τσάρου μέσα στίς φυλακές τῆς Σιβηρίας, καί ἐκεῖ γνώρισε τόν Χριστό. Ἐκεῖ διάβασε καί θαύμασε τό Εὐαγγέλιο, πίστεψε στό Χριστό. Βρῆκε λοιπόν ἕνα πνευματικό πατέρα καί ἐξομολογήθηκε ὅλα τά ἁμαρτήματα ποῦ ἔκανε ὡς ἄνθρωπος. Τότε εἶπε «Ὅταν ἐξομολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στήν ψυχή μου». Ἀγαπητοί μου, χωρίς ἐξομολόγηση παράδεισο δέν προκειτε νά δοῦμε.

Γι’ αὐτό μικροί καί μεγάλοι, ὅλοι στήν ἔξομολογηση. Ἄς πέσει ἀπό τό μάτι μᾶς ἕνα δάκρυ ἐνώπιόν του πνευματικοῦ. Καί τό δάκρυ αὐτό θά γίνει Ἰορδάνης. Καί ἤ Ἁγία Τριάδα θά κάνη νά ἀνοίξουν καί γιά μᾶς οἱ οὐρανοί τῶν οὐρανῶν. Καί τότε θά αἰσθανθοῦμε, ὅτι μέσα στήν καρδιά μᾶς ἦλθε αὐτή ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Πατήρ ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὤ ἤ δόξα εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2