Μεγάλη Εβδομάδα

Αφιέρωμα στην Μεγάλη Εβδομάδα

Τι είναι Μεγάλη Εβδομάδα; 

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!

Πώς βιώνεται ο λειτουργικός χρόνος τη Μεγάλη εβδομάδα; 

Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).

Τι τελείται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας; 

Οι τέσσερις πρώτες ημέρες μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».

Μεγάλη Δευτέρα (Κυριακή Βαϊων βράδυ): 

Την Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα:

α) Η ζωή του Ιωσήφ του 11ου γιού του Πατριάρχη Ιακώβ, του ονομαζόμενου Παγκάλου, δηλαδή του ωραίου στο σώμα και τη ψυχή. Ο Ιωσήφ προεικονίζει με την περιπέτειά του (που πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο) τον ίδιο τον Χριστό και το πάθος Του.

β) Το περιστατικό της άκαρπης συκιάς που ξέρανε ο Χριστός (Ματθ. 21, 18-22):
Συμβολίζει την Συναγωγή των Εβραίων και γενικά την ζωή του Ισραηλιτικού λαού που ήταν άκαρποι από καλά έργα.

Μεγάλη Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα βράδυ): 

Την Μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε και ζούμε δύο παραβολές:

α) Των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι και γεμάτοι από πίστη και φιλανθρωπία.

β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25,14-30), που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και πρέπει να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.

Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη βράδυ): 

Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο. Ψάλλεται το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής.

Μεγάλη Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη βράδυ):

Την Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζουμε 4 γεγονότα :

α) Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, δείχνοντας για το ποια πρέπει να είναι η διακονία των πιστών στην Εκκλησία.

β) Τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

γ) Την Προσευχή του Κυρίου, στο Όρος των Ελαιών και

δ) την Προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή του Πάθους του Κυρίου.

Μεγάλη Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη βράδυ):

Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή:

α) Τα πτυσίματα

β) τα μαστιγώματα

γ) τις κοροϊδίες

δ) τους εξευτιλισμούς

ε) τα κτυπήματα

στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την

ζ) Σταύρωση και

η) τον θάνατο του Χριστού μας.

Μεγάλο Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή πρωϊ και βράδυ):

Το Μεγάλο Σάββατο το πρωϊ γιορτάζουμε:

α) την Ταφή Του Κυρίου και

β) την Κάθοδο Του στον Άδη, όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς. Έτσι Μεγάλη Παρασκευή το πρωϊ (ημερολογιακά), τελούνται οι εξής ακολουθίες: Ακολουθία των Μεγάλες Ωρών και στις 12.00 το μεσημέρι της Αποκαθηλώσεως, δηλαδή την Ταφή Του Κυρίου από τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας και το Νικόδημο τον Φαρισαίο, μέλος του Μ. Συμβουλίου και κρυφό μαθητή του Κυρίου.

Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ (ημερολογιακά) ψάλλονται τα Εγκώμια και έχουμε την περιφορά του Επιταφίου!

Κυριακή του Πάσχα (Μ. Σάββατο πρωϊ και νύχτα από τις 12.00 π.μ):

Το Μεγάλο Σάββατο (ημερολογιακά) το πρωϊ, έχουμε την λεγόμενη «1η Ανάσταση», δηλαδή το προανάκρουσμα της Αναστάσεως που μεταδίδουν οι ύμνοι και της προσμονής της λυτρώσεως όλης της κτίσεως από την φθορά και τον θάνατο!

Το Μεγάλο Σάββατο στις 12.00 (δηλαδή ουσιαστικά την Κυριακή), έχουμε την ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από το Πανάγιο Τάφο.

Κυριακή του Πάσχα στις 11.00 π.μ. ή το απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», όπου σε πολλές γλώσσες διαβάζεται το Ιερό Ευαγγέλιο και διατρανώνεται παγκοσμίως η νίκη του θανάτου και η εποχή της Καινούριας Διαθήκης, της χαράς και της Αναστάσιμης ελπίδας.

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως για όλους εμάς τους Πίστους;

Οι πιστοί βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Αυτό σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανοιώνουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική - προσωπική σωτηρία!

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

nimfios 1Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι Μεγάλη λόγω των μεγάλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκειά της. Στην τηλεόραση τούτες τις ημέρες θα προβληθούν σειρές και ταινίες που αφορούν στη ζωή και στο πάθος του Θεανθρώπου. Στις εκκλησιές θα λιτανευτεί η εικόνα του Νυμφίου, του Μυστικού Δείπνου, του Εσταυρωμένου και του Τάφου. Έπειτα, θα καθίσουμε μπροστά από τους δέκτες της τηλεόρασης και θα συγκινηθούμε μ’ αυτά που πέρασεν ο Χριστός για το γένος των ανθρώπων… Θα πάμε, απ’ την άλλη στην εκκλησιά, και δεν θα συγκινηθούμε, αλλά θα μυσταγωγηθούμε. Στην Εκκλησία δεν παρακολουθούμε κάποιο ιερό δρώμενο για να μας προκληθεί συγκίνηση, αλλά ζούμε το ίδιο Πάθος του Χριστού, αφού κοινωνούμε το Σώμα που έπαθε. Το ίδιο Σώμα επίσης αναστήθηκε. Κοινωνώντας τον Χριστό μετέχουμε στο Πάθος και την Ανάστασή Του.

Αρκετοί αδελφοί μας αγαπάνε τούτες τις ημέρες στην εκκλησία γιατί η περιφορά του Επιταφίου ή η Ακολουθία της Αναστάσεως αποτελούν εκτός από λατρευτικές συνάξεις, μέρος της ελληνικής μας παράδοσης. Η Εκκλησία για τους Πατέρες μας ήταν μέρος της ζωής τους. Έτσι, το Πάσχα διανθίζεται με πληθώρα εθίμων. Τα έθιμα ωστόσο κι αυτά αποτελούν μέσα που μας βοηθούν να ζήσουμε το Μυστήριο. Οι Πατέρες μας δεν έφευγαν απ’ την εκκλησιά μετά το «Χριστός Ανέστη». Κάθονταν καρτερικά. Κοινωνούσαν και έδιναν ασπασμό Αγάπης. Σήκωναν το κερί και κραύγαζαν το «επικράθη ο Άδης» κι ευφραίνονταν σύγκορμοι.

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Iwsif Pagkalosα) Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος ηγείται του χορού των εορταζόντων στο μέγιστο και παγκοσμίων διαστάσεων γεγονός της θείας συγκατάβασης, της πορείας του Κυρίου προς το εκούσιον πάθος. Στο πρόσωπό του βρίσκουν εφαρμογή τα ευαγγελικά μηνύματα της συμφιλίωσης και της συγχωρητικότητας, της σωφροσύνης και της καρδιακής καθαρότητας. Μπορεί εκείνος να μην άκουσε το γλυκόηχο άγγελμα της αγάπης προς τους εχθρούς• μπορεί να μην γνώρισε από κοντά το ιλαρόν πρόσωπο του Νυμφίου της Εκκλησίας, το οποίο εμπνέει τη διακονία, τη θυσία και την τιμιότητα• μπορεί να έζησε εκατοντάδες χρόνια πριν από Αυτόν. Όμως, όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να αναδειχθεί άνθρωπος του Θεού, ευαγγελιστής πριν το ευαγγέλιο, σώφρων σε καιρούς αφροσύνης, υπάκουος μαθητής πριν την εμφάνιση του Διδασκάλου.

β) Ο Ιωσήφ αποτελεί τύπο, προτύπωση και προεικόνιση του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη. «Και ην Ιωσήφ καλός τω είδει και ωραίος τη όψει σφόδρα», αναφέρει ο συγγραφέας της Γένεσης (39,6), που αναδείχθηκε σπουδαία φυσιογνωμία, στην οποία συνδυάσθηκε άριστα το εξωτερικό κάλλος με τη λαμπρότητα του ψυχικού κόσμου. Σκεπτόμενος τον Ιωσήφ, ο νους ανάγεται στον εράσμιο Νυμφίο της Εκκλησίας, ο οποίος είναι «τω κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους», που προσκαλεί σε εστίαση πνευματική κάθε διψασμένη και πεινασμένη ψυχή. Και πράγματι, η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί συμπόσιο πνευματικό, στο οποίο έχουν κληθεί να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι• χορταίνουν όμως από τα πνευματικά εδέσματα, όσοι έχουν «ένδυμα γάμου», δάκρυα μετανοίας και φόβο Θεού.

γ) ΄Οπως ο Χριστός, «αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στοματι αυτού» (Α΄Πέτρ. 2,22), έτσι κι ο Ιωσήφ, στάθηκε τίμιος με τον εαυτό του με το Θεό των πατέρων του αλλά και τους συνανθρώπους του. Κι ενώ οι πειρασμοί της φιληδονίας και της εκδίκησης στην περίπτωσή του ήταν ιδιαίτερα απειλητικοί, εκείνος κοσμούμενος με σωφροσύνη ούτε την τιμή του κυρίου του προσέβαλε ούτε τα αδέλφια του που τον πούλησαν σκλάβο εκδικήθηκε. Και μπορεί η αιγύπτια σύζυγος του αρχιμάγειρα του Φαραώ Πετεφρή να είδε τον Ιωσήφ ως σκεύος ηδονής, εκείνος όμως δεν ενέδωσε στο πάθος. Με αμετάτρεπτη γνώμη «έφυγε την αμαρτίαν, και γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο πρωτόπλαστος προ της παρακοής».

δ) Η τιμιότητα όμως πληρώθηκε ακριβά, αφού οδηγήθηκε στη φυλακή. Αλλά κι εκεί η χάρη του Θεού δεν τον εγκατέλειψε. Αντίθετα, όπως γράφει ο όσιος Νικόδημος, έγινε αφορμή «με την επίλυσιν των ονειράτων, οπού εκεί εις την φυλακήν τινών βασιλικών καταδίκων έκαμε, τον εβγάνουν από την φυλακήν και εις τον βασιλέα παρρησιάζεται και κύριος πάσης γης Αιγύπτου γίνεται». Ο Ιωσήφ παρά τις αντίξοες εξωτερικές συνθήκες ακολούθησε πιστά το θέλημα του Θεού, αλλά και τη φωνή της αγνής του συνείδησης. Διότι, ενώ τα αδέλφια του τον πούλησαν, κινούμενα από φθόνο εξαιτίας της αγάπης του πατέρα τους προς αυτόν, εκείνος όχι μόνο τα δέχθηκε και τα στήριξε στην αδυναμία τους, ως «΄Αρχων γης Αιγύπτου», αλλά θεώρησε και την πώλησή του στους Ισμαηλίτες ως θέλημα Θεού!

ε) Το πάγκαλο Ιωσήφ ακολουθούν στο πνευματικό χορό οι φρόνιμες παρθένες, που κρατάνε λαμπάδες ολόφωτες γεμίζοντάς τες με λάδι, τις θείες αρετές. ΄Επονται οι πιστές μαθήτριες, η πόρνη γυναίκα, και ο ευγνώμων ληστής. Αναρωτιέται ο ευλαβής προσκυνητής της Μεγάλης Εβδομάδας, τί να πρωτοθαυμάσει από τη ιερή αυτή χορεία, την φιλόθεη ξυνωρίδα; Την επαγρύπνηση και εγρήγορση των πέντε φρονίμων παρθένων; Τα δάκρυα και τους στεναγμούς της πόρνης; Του ληστή τη μετάνοια; Την παρρησία και των θάρρος των μαθητριών; Όλα μπορούν να εμπνεύσουν. ΄Ολα κρύβουν τη φύτρα της εν Πνεύματι ζωής.

στ) Ακολουθούν τον Χριστό στο εκούσιο πάθος και συμπληρώνουν τη μεγάλη χορεία, οι φοβισμένοι, ταραγμένοι και σκεπτικοί μαθητές, που παρότι μυσταγωγούνται στο μυστήριο του σταυρού από τον ίδιο τον Κύριο, τα γεγονότα τους υπερβαίνουν και σκανδαλίζονται. Ο Ιούδας προδίδει το Διδάσκαλο και χάνεται μέσα στην εωσφορική μοναξιά και το πάθος της φιλαργυρίας. Ο Πέτρος αρνείται τον Κύριο, άλλοι μαθητές ραθυμούν, ενώ άλλοι σκορπίζονται «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Χρειάσθηκαν τα δάκρυα της μετάνοιας, οι λαμπηδόνες της θείας αγάπης και η αναστάσιμη εμπειρία, για να αποκαταστήσουν οι μαθητές ως απόστολοι πλέον πλήρη κοινωνία με τον Ζωοδότη Χριστό.

ζ) Υπάρχουν κι άλλοι, που δεν θεωρούν απλώς «μακρόθεν» τα γενόμενα, αλλά καταδικάζουν ως κακούργο τον ευεργέτη, ως παράνομο το νομοθέτη, «ως κατάκριτον τον πάντων βασιλέα». Και δεν είναι μόνο οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, είναι οι αρνητές αλλά και οι θρησκόληπτοι όλων των αιώνων που κατακρίνουν και δικάζουν όλους τους άλλους, αλλά οι ίδιοι δεν κουνούν το δάκτυλό τους να μπουν στη βασιλεία Του. Λόγω της σκληροκαρδίας και της οίησης αδυνατούν να αγαπήσουν το Θεό και το συνάνθρωπο και μένουν έξω «του νυμφώνος του Σωτήρος Χριστού».

ΠΗΓΗ: Ποιμήν

 

ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

nimfios 1«Τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχὰς ἡ παροῦσα ἡμέρα λαμπροφορεῖ. Δεῦτε οὖν, φιλέορτοι, ὑπαντήσωμεν ᾄσμασιν…» (κάθ. Μ. Δευτ.)

Φθάσαμε, αγαπητοί μου, στα σωτήρια πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η εβδομάδα αυτή λέγεται Μεγάλη, διότι μέσα στις 168 ώρες της, από σήμερα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως, τιμώνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικά και κοσμοϊστορικά, που συγκλόνισαν τα επίγεια και τα ουράνια και τα καταχθόνια. Γι αὐτὸ η εβδομάδα αυτή ονομάζεται Μεγάλη αλλά και γι᾽ αυτό δεν θα πρέπη να περάση όπως οι άλλες.

Και θέτω το ερώτημα. Ποιά είνε τα καθήκοντα ενός Χριστιανού τη Μεγάλη Εβδομάδα; Δεν απευθύνομαι σε απίστους, αθέους η σε χιλιαστάς απευθύνομαι σε πιστούς, που θέλουν να εορτάσουν σωστά. Ποιά είνε λοιπόν τα καθήκοντα που έχουμε την εβδομάδα αυτή;

Το πρώτο καθήκον, αδελφοί μου, είνε να ευχαριστήσουμε απ᾽ την καρδιά μας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Όλη βέβαια η ζωή μας πρέπει να ᾽νε ένα ευχαριστώ, ένα «Δόξα σοι, Κύριε», για τις μικρές και μεγάλες ευεργεσίες του, τις φανερές και αφανείς, για όλα τα καλά, υλικά και πνευματικά, που επιδαψιλεύει η χάρις του τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα λουλούδια, τα ακρογιάλια, όλη την πλάσι. Να τον ευχαριστούμε ακόμη για τους γονείς και τα αδέρφια, τη γυναίκα και τα παιδιά, για το χρόνο και τις εποχές, για ο,τι ευλογημένο και αναγκαίο.

ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

stavrwshΚυριακή των Βαΐων - Τα νήπια

«Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον». Αυτή η όμορφη φράση, παρμένη μέσα από τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αποτυπώνει κατά τον καλύτερο τρόπο την εικόνα της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Η είσοδος θριαμβευτική, όπως ταιριάζει σ ἕναν Βασιλιά. Η είσοδος αυτή ίσως η μοναδική επίγεια τιμή που απόλαυσε ο Κύριος, στην περιπέτεια της ζωής Του. Η έξοδός Του λίγες ημέρες μετά, από τα Ιεροσόλυμα, ήταν φέροντας το Σταυρό στον ώμο και κατευθυνόμενος στο Γολγοθά. Από τον θρίαμβο στην ατίμωση, θα μπορούσε μελαγχολικά να σημειώσει κάποιος!
Όταν ένας βασιλιάς έκανε την πορεία θριάμβου μετά από μία μεγάλη νίκη, τον υποδέχονταν οι πάντες, τοπικοί ηγεμόνες, στρατιωτικοί και θρησκευτικοί άρχοντες, όλος ο λαός με ιαχές και θόρυβο, ενώ ο βασιλιάς φρόντιζε να μοιράζει στους ανθρώπους χρήματα, φαγητό, προνόμια, δείχνοντας την μεγαλοκαρδία του και την ανωτερότητα που πήγαζε από το θρίαμβό του. Τον συνόδευαν η κουστωδία του, οι ξεχωριστοί, οι εκλεκτοί, και ταπεινωμένοι όλοι όσοι είχαν ηττηθεί στη μάχη, για να παραδοθούν στη χλεύη του λαού!
Ο Χριστός μπαίνει στα Ιεροσόλυμα χωρίς την βασιλική πολυτέλεια, καθισμένος επί πώλου όνου, αντί για ροδοπέταλα και τελετές, τα μικρά παιδιά κουνούν τα βάγια των φοινίκων, αντί να τον υποδεχτούν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του τόπου, αυτοί είναι που συνωμοτούν εναντίον, αντί να μοιράσει υλικά αγαθά, δίνει μόνο τα λόγια της αγάπης, της θυσίας, της αιωνιότητας. Σ ἕναν λαό που ζητά να χορτάσει την μόνιμη υλική του πείνα, ο Χριστός προσφέρει την πνευματική τροφή και το ζων ύδωρ, που θεραπεύει τις υπαρξιακές ανάγκες του ανθρώπου και του δίνει την ελπίδα της υπέρβασης του θανάτου!

ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ (ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ)

nymfios12εγάλη Δευτέρα. Πρώτη ημέρα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος του Θείου Δράματος που τα κατανυκτικά του επεισόδια, αρχίζοντας με την είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, την πόλη των προφητών, ξετυλίγονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα θρησκευτικού δέους και κοσμογονικού μυστηρίου προς τη θαυματουργή κάθαρση της Αναστάσεως.

Με θρίαμβο αρχίζει και με θρίαμβο τελειώνει η Εβδομάς των Παθών. Ο πρώτος θρίαμβος προμυνητικός του δευτέρου, είναι η βασιλική είσοδος του Θεανθρώπου στα Ιεροσόλυμα. Ο Κύριος, υπακούοντας με αγαλλίαση στο Θείο κέλευσμα του Υψίστου που τον φανέρωσε ανάμεσα στους ανθρώπους για να καθαρίσει την ψυχή τους από το ρύπο της αμαρτίας και να φωτίσει τη σκοτεινή και σκληρή ζωή τους με το γλυκύτατο φως της αγάπης και της αδελφωσύνης, έχει γίνει πλέον η παρηγοριά και η μόνη ελπίδα μυριάδων δυστυχισμένων. Η αίγλη της φωτεινής και σχεδόν άϋλης φυσιογνωμίας του, το ανέσπερο φως των πράων ματιών του, ο γλυκύτατος λόγος του και τ' αμέτρητα θαύματά του, ακατάπαυστα πληθαίνουν τη στρατιά όλων εκείνων που διψούσαν για δικαιοσύνη κι' αγάπη. Απ' όπου κι' αν περνάει, όπου κι' αν πηγαίνει, η παρουσία του γλυκαίνει τα πάντα, γαληνεύει τις τρικυμίες των ψυχών, δαμάζει τη φύση, ξυπνάει παντού το πνεύμα και τη ζεστασιά της καλωσύνης. Περνάει ο Θεάνθρωπος, κι όλα γύρω του, ακόμα και τ΄άψυχα, αποκτούν μίλημα κι' ανταποκρίνονται ευδαιμωνικά στο μυστικό κάλεσμά του. Το όρος των Ελαιών που συνειθίζει να καταφεύγει σ' αυτό ο Κύριος με τους μαθητάς του, είναι ένα κομμάτι παραδεισιακής φύσεως που εμψυχώθηκε όλη από το χριστιανικό πνεύμα. 'Όλα εκεί, φυτά, πουλιά, δέντρα, γλυκοσαλεύουν γύρω του και του ψιθυρίζουν με τη μαγική γλώσσα της φύσεως, λατρευτικούς ύμνους ευχαριστίας:

 

Ξένε, ποιος είσαι, που χωρίς καμώματα και μάγια

μαγεύεις; Κοίτα! όπου πατάς άχραντα βγαίνουν βάγια!

Σε βλέπει, και τη δόξα σου, Μεσσία, ποιος δεν κηρήττει;

Γιατί σκορπάς τη μυστικήν αυγή του αποσπερίτη;

Γιατί καθείς που σ' απαντάει, ξεχνάει τη Γη, και θέλει

να σέρνεται απ' τα χείλη σου που στάζουν θείο μέλι:

Δε φοβερίζει ο Λόγος σου, μήτε η ματιά σου καίει•

πώς τρέμουν έτσι αγνάντια σου κι' οι άγριοι Σαδουκαίοι;

Αλήθεια, μ' ένα λόγο σου πώς το κακό γιατρεύεις

κι' ακόμα κι' απ' το θάνατο πώς και νεκρούς γυρεύεις;

Οι λίμνες της Γενησαρέτ και της Τιβεριάδας,

Τα ρόδα του Γεθσημανή, τα κρίνα της κοιλάδας

Σε ξέρουν• είσαι των παιδιών χαμόγελο και ακτίνα

των γυναικών• τα χέρια σου, δυο θαύματα κι' εκείνα,

όταν τ' ανοίγεις απλωτά, θαρρεί κανείς την πλάση

ολόκληρην η αγκάλη σου πως θέλει ν' αγκαλιάσει.

κι' εμπρός σου χαμηλώνεται και φτωχική απομένει

του Σολομώντα η εκκλησιά η φεγγοβολισμένη!

(ΠΑΛΑΜΑΣ)

 

Μα τώρα, έχει αποφασίσει ο Κύριος να πορευτεί με τους μαθητάς του προς τα Ιεροσόλυμα. Πηγαίνει συνειδητά προς το προγεγραμμένο μαρτύριο, γιατί ξέρει πως το άχραντο αίμα του θα προσδώσει αιώνια δύναμη στο Θείο του Λόγο και στο πρωτάκουστο κήρυγμά του για Αγάπη κι' Αδελφοσύνη, για Ανεξικακία και λήθη του κακού, για Αρετή και Λιτότητα, για Πίστη και για Αιώνια Ζωή. Ξέρει πως η Πίστη έχει δίδυμη αδελφή την Αυτοθυσία, κι' έτσι πορεύεται με θεϊκή επίγνωση προς εκείνους που στα Ιεροσόλυμα προετοιμάζουν το μαρτυρικό του θάνατο, γιατί μέσα στο σκοτάδι της κακίας τους δε βλέπουν πως από τον Τάφο του Κυρίου θα ξεπηδήσει η Αθανασία του Θείου Λόγου, για ν' αστραποβολάει παντοτεινά μ' όλα τ' άχραντα σύμβολα του Μαρτυρίου του.

Ο Θεάνθρωπος, έχει περιτρέξει όλες τις χώρες της Ιουδαίας, και πορεύεται τώρα προς τα Ιεροσόλυμα, για να δώσει εκεί την τελική μάχη με τον κόσμο της ανομίας και της αμαρτίας, με τους μαύρους ανθρώπους που τους έχει τυλίξει γερά στα πλοκάμια του το κακό. Η φήμη των θαυμάτων του και η μυστηριακή δύναμη των λόγων του, έχει φλογίσει τις ψυχές του πληθυσμού των Ιεροσολύμων που τον καρτεράει χυμένο στους δρόμους και του ετοιμάζει μεγαλόπρεπη υποδοχή. Κι' εκείνος, αφήνοντας το μοσκοβολημένο Όρος των Ελαιών και «καθεσθείς επί πώλου όνου» κατεβαλίνει προς τη μεγάλη πολιτεία με τους λαμπρούς ναούς, τους πλούσιους εμπόρους, τους Αρχιερείς, τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, και το μέγα πλήθος των δυστυχισμένων που περιμένει τον Σωτήρα. Ιησούν τον προφήτην από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.

Το φανέρωμα του Θεανθρώπου, προξενεί απερίγραπτο ενθουσιασμό στα πλήθη εκείνα. Μονομιάς, τα δέντρα της Ιερουσαλήμ χάνουν όλα τα κλαριά τους και τα δροσερά ανοιξιάτικα φύλλα τους που μ' αυτά το πλήθος στρώνει τους δρόμους για να στολίσει το πέρασμα του Κυρίου. Άλλοι βγάζουν πυρετικά τα ενδύματά τους και τα στρώνουν μπροστά Του, άλλοι σειούναι στα υψωμένα χέρια τους κλαδιά από βάγια, κι' όλοι μαζί φωνάζουν λέγοντας: «Ωσσανά τω υιώ του Δαυΐδ• ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Μα εκείνος δεν ήρθε για να χαρεί τις εφήμερες χαρές των δημοκόπων Ρωμαίων Ηγεμόνων της εποχής του. Ήρθε να συμπληρώσει το ασύγκριτο έργο του. Κατευθύνεται προς το Ναό, διώχνει τους εμπόρους και τους χρηματιστάς που τον είχαν μεταβάλει σε οίκο εμπορίου, κι' ενώ συνεχίζει την σειρά των θαυμάτων του γιατρεύοντας του τυφλούς, τους παράλυτους, τους χωλούς και τους δαιμονισμένους, διδάσκει ακατάπαυτα τα πλήθη που τον περιστοιχίζουν.

Οι κρουνοί του Λόγου του, φωτίζουν τις σκοτισμένες διάνοιες, γαληνεύουν τις τρικυμισμένες ψυχές των αμαρτωλών, αναστηλώνουν την αξία της αρετής, αποστομώνουν τους δοκησίσοφους που θέλουν να διαμφισβητήσουν την αλήθεια του κηρύγματός του. Ο θρίαμβός του είναι απόλυτος. Ο λαός της Ιερουσαλήμ κρέμεται από το στόμα του και τον ανακηρύττει Προφήτη και Βασιλέα. Αλλ' ακριβώς, από τη στιγμή αυτή του Θριάμβου, διαγράφεται στον ορίζοντα ο πένθιμος Γολγοθάς κι' η σκιά του ξύλινου σταυρού προβάλλει τεράστια στον ουρανό της Γαλιλαίας. Γιατί από τη στιγμή αυτή, αρχίζουν να υφαίνονται οι ιστοί του θείου δράματος. Ενώ σ' όλα τα στόματα μονάχα μια λέξη προφέρεται τ' όνομα του Χριστού, φόβος μέγας κι' ακατανίκητος παραλύει τις καρδιές των ισχυρών και των κρατούντων. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, βλέπουν πως ο Κύριος έχει κερδίσει την αγάπη του λαού και πως πλησιάζει η ώρα του τέλους τους. Θα χάσουν τα πάντα, την εξουσία, τον πλούτο, τη δύναμη που στηρίζεται στη δυστυχία των πολλών.

Ανήσυχοι συναθροίζονται και μέσα στο ημίφως των αιθουσών του Συνεδρίου, προσπαθούν να βρουν τρόπο για να εκμηδενίσουν τη δύναμη του Θεανθρώπου, να σταματήσουν τη μαγική επιρροή του. Ο Χριστός που εμφανίζεται ως υιός του Θεού, που διακηρύσσει πως είναι ο προστάτης των ταπεινών και των πονεμένων, πρέπει να εξαφανισθεί, να θανατωθεί. Μα το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο. Για να στηριχθεί κατηγορία κατά του Χριστού, που τον λατρεύει το πλήθος, πρέπει να βρεθεί μια εύλογη αφορμή, ώστε να μη φανούν οι προθέσεις των Φαρισαίων. Προσπαθούν πρώτα να κλονίσουν την υπόληψή του στη συνείδηση του κόσμου, να τον παρουσιάσουν ως εχθρό του Καίσαρος της Ρώμης και ως άνθρωπο που επιδιώκει να σφετερισθεί την εξουσία. Μα ο καρδιογνώστης, γνωρίζοντας τους επίβουλους σκοπούς των, τους απαντάει πως τα του Καίσαρος ανήκουν στον Καίσαρα και τα του Θεού τω Θεώ. Όμως, οι άνθρωποι του σκότους είναι αποφασισμένοι. Επιστρατεύουν όλους τους δοκησισόφους και τους στέλνουν να παρασύρουν τον Κύριο σε συζητήσεις που θα τον παρουσίαζαν στα μάτια του κόσμου ως εχθρό του λαού και του Κράτους.

Μα ο Θεάνθρωπος έχοντας μέσα του την πηγή της αλήθειας και του Θείου Λόγου, εκμηδενίζει όλες αυτές τις προσπάθειες και κάνει τους Γραμματείς και τους Σαδουκαίους να υποχωρήσουν ντροπιασμένοι. Κι' ο Κύριος απτόητος και γαλήνιος, ξέροντας πως ζυγώνει η ώρα του τέλους, συνεχίζει το κήρυγμά του, αφοσιώνεται περισσότερο στους μαθητάς του που αυτοί θα συνεχίσουν το έργο του, και, με τις υπέροχες εκείνες παραβολές και τα ουράνια αποφθέγματά του, ελέγχει αδυσώπητα το κακό και ζωγραφίζει θεσπέσια το καλό. Μαστιγώνει τους ανθρώπους που καλλιεργούν την παρανομία, μιλεί για τη βασιλεία των ουρανών, προφητεύει το θάνατό του και την ανάστασή του, και στα μάτια των εκστατικών του ακροατών προβάλλει και ζωγραφίζει πανέκλαμπρο και φοβερό τ' όραμα της ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ, την επιστροφή του για την τελική ώρα της κρίσεως των ανθρώπων.

Έτσι, μέσα σ' αυτή τη μυστηριακή και ταραγμένη ατμόσφαιρα, όπου ετοιμάζεται να δώση την τελευταία μάχη το Καλό με το Κακό, η Ζωή με ο Θάνατο, μέσα στην ατμόσφαιρα των επευφημιών του πλήθους και των σκοτεινών ραδιουργιών των Φαρισαίων, ο Ιησούς συγκεντρώνει πάλι τους μαθητάς του και ολοκληρώνει τη διδαχή του. Τους λέει πως πρέπει να είναι έτοιμοι• πως η ψυχή τους πρέπει να γρηγορεί για την ώρα της μεγάλης δοκιμασίας αλλά και της θριαμβευτικής δικαιοσύνης. Θα ξανάρθει, τους λέει, όμως θα ξανάρθει όπως ο Νυμφίος εν τω μέσω της Νυκτός. Γι' αυτό πρέπει να τον περιμένουν άγρυπνοι, πανέτοιμοι ψυχικά και σωματικά, με ορθάνοιχτα τα μάτια τους στη θέα του Καλού, μη αφήνοντάς τα να κλείσουν κάτω από το βάρος του ύπνου της αμαρτίας.

ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ (ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗ)

nymfios19ον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με, ψάλλει η Εκκλησία μας. Η ψυχή του χριστιανού, η μετανοημένη ψυχή, αυτή που έχει συναίσθησι της αμαρτωλότητος και της ευθύνης, στρέφει τα μάτια της προς τον Νυμφίον της Εκκλησίας και γοερώς αναφωνεί: «Σωτήρα μου, Ευεργέτα μου, Συ που σταυρώθηκες γιά μένα την αμαρτωλή ψυχή• δεν έχω χιτώνα καθαρό, χιτώνα λελαμπρυσμένο από τα δάκρυα και την μετάνοια· ένδυμα δεν έχω αγνό. Πώς θα παρουσιασθώ ενώπιόν Σου, Ουράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης και καθαράς ψυχής!

Ο νυμφώνας Σου είναι κεκοσμημένος, είναι θαυμάσια στολισμένος και όμορφος. Εγώ όμως δεν έχω ένδυμα, ίνα εισέλθω και κατοικήσω αιωνίως εν αυτώ. Σε παρακαλώ, Σε ικετεύω, Ουράνιε Νυμφίε της ψυχής μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε το ένδυμα της ψυχής μου, δώσε μου τα απαιτούμενα μέσα καθάρσεως για να λαμπρυνθή το ένδυμα αυτό και να αξιωθώ να γίνω μέτοχος, να γίνω άξιος να κατοικήσω μέσα σ' αυτόν τον ουράνιο και αιώνιο νυμφώνά Σου». Η Βασιλεία του Θεού, η Άνω Ιερουσαλήμ, ο ουράνιος κόσμος, ο αιώνιος και αναλλοίωτος είναι ο νυμφώνας του Θεού, εκεί που κατοικεί ο Θεός εν φωτί, εκεί που οι άγγελοι ψάλλουν ακαταπαύστως το: «Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών».

Σ' εκείνον τον ουράνιο κόσμο βρίσκεται η μακαριότητα του Θεού, η ευτυχία, το κάλλος και η ομορφιά. Ψυχές κεκαθαρμένες και με τα δάκρυα αγνισμένες, αισθάνονται αυτόν τον ουράνιο νυμφώνα· από τώρα τον γεύονται· τον βλέπουν με τα μάτια της ψυχής· τον ορέγονται, τον ποθούν και νοσταλγούν την ημέρα και την ώρα που θα απέλθουν δια να κατοικήσουν εις αυτόν. Ημείς όμως οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν έχουμε την πληροφόρησι της συνειδήσεως, γιατί η ψυχή μας δεν είναι καθαρή, μήτε το σώμα μας. Γι' αυτό ακριβώς και δεν είναι ανοιγμένα τα μάτια της ψυχής μας, να δούμε τον ουράνιο αυτό κόσμο, αυτήν την ομορφιά, την οποία είδε για λίγο ο Απόστολος Παύλος και ανεφώνησε από έκπληξι και θάμβος και είπε: «Ώ βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ά- νεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!...» (Ρωμ. 11, 33), και αλλού πάλιν «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρ-δίαν άνθρωπου ουκ άνέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α'Κορ. 2, 9).

Σ' αυτόν τον νυμφώνα τον ουράνιο καλούμεθα να γίνουμε οικήτορες, να κατοικήσουμε, να συναυλιζώμεθα μετά των Αγγέλων, μετά των Αγίων, σε ουράνια παστάδα, στην Άνω Ιερουσαλήμ, στο κάλλος της Βασιλείας των Ουρανών, στο φως το απρόσιτον, στον υπέρφωτον γνόφον της αγνωσίας του Θεού, αφού καθάρουμε τον χιτώνα της ψυχής μας. Σ' αυτήν την κάθαρσι του χιτώνος, που καλούμεθα να επιτύχουμε, μας βοηθεί πάρα πολύ η Εκκλησία μας. Γι' αυτό, τον χρόνο αυτό, που ανοίχθηκε μπροστά μας και φέτος, αυτές τις άγιες ημέρες -με την γενική άποψι της νηστείας, όχι μόνον από τροφές, αλλά κυρίως από εγκράτεια κακών επιθυμιών-πρέπει ο κάθε χριστιανός που ποθεί να σωθή, να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να αγωνισθή να ζήση πιο σεμνά, πιο απέριττα, πιο απλά, σταματώντας την εξωτερική προσπάθεια της καλλωπίσεως και στρεφόμενος στον εσωτερικό καλλωπισμό του. Το εξωτερικό σκεύος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά και τροφή των σκωλήκων και της φθοράς.

Την ομορφιά όμως της ψυχής, όχι μόνο κανένα πράγμα δεν τη φθείρει, αλλά μάλλον το Πνεύμα του Θεού την εξωραΐζει προς το ευγενέστερον. Ο χρόνος ολοένα και συντέμνεται, όλο και λιγοστεύει. Κάθε ημέρα που περνά, είναι και ένα βήμα προς τον θάνατο. Να ξέρετε, ότι και ένα μόνο δάκρυ ισοδυναμεί με το λουτρό. Όπως το λουτρό ανακουφίζει το σώμα και το πλύσιμο καθαρίζει το ένδυμα, ούτω πως και τα δάκρυα της μετανοημένης ψυχής αγνίζουν την καρδιά, αγνίζουν το νου, αγνίζουν το σώμα, αγνίζουν την ζωή, αγνίζουν τον λόγο, αγνίζουν ακόμα και την κάθε έκφρασι του ανθρώπου. Να γονατίζουμε και να προσευχώμεθα με πολλή ταπείνωσι. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά την Μεγάλη Τρίτη. Που ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνη προσευχή;

Αφ' ης στιγμής όμως απεφάσισε να μετανοήση και άρχισε να κλίνη προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής. Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στον Σωτήρα! Γονάτισε μπροστά Του και ασφαλώς έκανε έναν εσωτερικό διάλογο μαζί Του! Εξέφρασε με όλη την καρδιά της την μετάνοιά της, διότι της απεκαλύφθη ότι Αυτός είναι ο μόνος Σωτήρας της και όλοι οι άλλοι την εξηπάτησαν. Είδε ότι μόνον ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι Αυτός που θα της δώση το φώς, την ανακούφισι, την χαρά και την άφεσι των πολλών της εγκλημάτων. «Δέξαι με -είπε- την αμαρτωλή, δέξαι μου το πέλαγος της αμαρτίας!». Και είδατε ότι τα δάκρυά της ήταν τόσα πολλά, που έβρεξαν τα άχραντα πόδια του Χριστού και αναγκάσθηκε να τα σκουπίση με την πλούσια κόμη της. Δεν χρειαζόταν άλλο μύρο για τον Χριστό μας.

Το πολυτιμότερο μύρο ήταν τα δάκρυά της, που άξιζαν μεγάλο πλούτο. Ήταν σε θέσι να εξαλείψουν όλο το χρέος που είχε απέναντι στον Θεό. Και ενώ ήταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στη βρωμιά και στη δυσωδία, τα πολύτιμα εκείνα δάκρυα την βοήθησαν να λαμπρύνη το ένδυμα της ψυχής της και να γίνη αποδεκτή από τον Σωτήρα μας. Εμείς, άραγε, πότε θα λαμπρύνουμε το ένδυμα της ψυχής μας; Έτσι και κάθε αμαρτωλή ψυχή που κλαίει, που βρέχει νοερώς τα πόδια του Χριστού μας, δέχεται την αυτήν ανταπόκρισιν, την οποία δέχθηκε και η πόρνη γυναίκα. Δεν είναι μόνον το ότι σώθηκε, αλλά και έγινε φωτεινό παράδειγμα για κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί της δείχνει τον τρόπο, τον δρόμο και το φως για επιστροφή. Αν μπορούσε κανείς να εμβαθύνη στην ψυχή αυτής της γυναίκας, καθ' ην στιγμήν ωλοφύρετο και έκλαιγε και έβρεχε τους αχράντους πόδας του Ιησού, θα έβλεπε οποία η ανακούφισις, οποίον βάρος της έφυγε και οποίαν ανάπαυσιν έλαβε η συνείδησίς της. Ο Χριστός γι' αυτά τα δάκρυά της της έδωσε πλήρη την άφεσι όλων των αμαρτιών της.

Έτσι και σε κάθε άνθρωπο, που επιστρέφει κοντά Του, του δίνει πλούσια την συγγνώμη, αρκεί να μετανοήση ειλικρινά. Ουδέν πρόβλημα μετά την μετάνοια. «Ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», λέγει ο Κύριος. Ορκίζεται στον εαυτόν Του ο Θεός και λέγει: «δεν θέλω κανένας άνθρωπος, καμμία ψυχή να χαθή και να κολασθή, αλλά θα την περιμένω. Θα εξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου και κάθε προσμονή για την επιστροφή της». Ας ακολουθήσουμε τον φωτεινό δρόμο της μετανοίας· εάν μετανοήσουμε ειλικρινά, τότε ο Θεός δέχεται την μετάνοιά μας και δημιουργεί νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ο άνθρωπος από το βάρος της αμαρτίας, έρχεται στο σημείο να λέγη: «Μά, δύναται ο Θεός να μου συγχωρέση αυτά που έκανα;».

Από τη μια πλευρά έχει δίκηο. Νοιώθει το βάρος κι αναρωτιέται, αν τόσο βάρος μπορεί να το σηκώση ο Θεός! Για όνομα του Θεού! Δεν μπορεί ο Θεός, ο Χριστός, το πέλαγος της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών, να σηκώση το βάρος μιας ψυχής αμαρτωλής; Μια χούφτα άμμος όταν ριφθή, μέσα στους ωκεανούς, έχει καμμία υπόστασι; Καμμία υπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στην επιφάνεια; Μηδαμώς. Ακριβώς ετσι είναι και όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητος. Είναι ενα μηδέν εμπρός στην άβυσσο της ευσπλαχνίας του Θεού. Πολλώ μάλλον τα αμαρτήματα μιας και μόνον ψυχής! Έρχεται όμως από τα δεξιά, ο αλλότριος της σωτηρίας του ανθρώπου, ο δαίμων και συμβουλεύει την ψυχή: «δεν συγχωρείσαι με τίποτε!» την σπρώχνει, την πιέζει και την «πρεσσάρει» για να την εξωθήση στο έγκλημα της αυτοκτονίας. Γι' αυτόν τον λόγο, ημείς ποτέ να μη πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ακόμη και αν κάθε ημέρα εγκληματούμε. Ποτέ να μη χάσουμε την ελπίδα, όσα κι αν πράττουμε, όσο κι αν πίπτουμε, όσο κι αν τραυματιζώμεθα και χτυπάμε· μηδαμώς απελπισία και απόγνωσις. Μα, θα πη ο λογισμός: «Έως πότε θα με περιμένη ο Θεός;» Εφ' όσον ο Θεός σου χαρίζει ζωή, αυτό είναι μία έγγύησις του Θεού ότι σε περιμένει.

Δεν μπορείς εσύ να αποκλείσης το δικαίωμα της προσμονής του Θεού. Μ' αυτήν την ελπίδα, μ' αυτό το θάρρος να προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού. Έχουμε αναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ανθρώπων, μακράν του Θεού ευρισκομένων, οι οποίοι επέστρεψαν και όχι απλώς σώθηκαν, αλλά άγγιξαν μεγάλα μέτρα αγιότητος. Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια τι ήτο; Πόσοι και πόσες σαν την Οσία Μαρία, δεν υπήρξαν αμαρτωλοί άνθρωποι, που έγιναν άγιοι κατόπιν! Γι' αυτό κανείς να μην απελπίζεται, αλλά να προσέρχεται με μετάνοια στον πνευματικό, που δύναται με τον λόγο του να οικειώση τον αμαρτωλό μετά του Θεού, να τον δικαιώσει αυτοστιγμεί. «Όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα και εν τω ουρανώ. Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος έχει σε συγκεχωρημένον και λελυμένον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Αυτομάτως το «κομπιούτερ» του Θεού χτυπάει μηδέν αμάρτημα και συγχρόνως ανοίγεται η πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. ο νυμφώνας του Χριστού δέχεται τον άνθρωπο, τον προηγουμένως μη έχοντα «λελαμπρυσμένον» τον χιτώνα της ψυχής. Γι' αυτήν την μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού, ας τον ευχαριστήσουμε, ας τον προσκυνήσουμε με όλη την ευγνωμοσύνη της ψυχής μας.

Εάν ο Θεός δεν ήτο τόσον απείρως εύσπλαχνος, ουδείς ο σωζόμενος. Κανείς δεν θα εσώζετο, διότι ουδείς ευρίσκεται και υπήρξεν επί της γης άμεμπτος και χωρίς σφάλμα και κηλίδα. Ουδείς ημπορεί να καυχηθή ότι ετήρησε την καρδίαν του άμεμπτη και καθαρή. Η ευσπλαχνία του Θεού όμως είναι τόσο δραστική, το φάρμακο αυτό είναι τόσο φοβερό και τρομερό, που εξαλείφει τα πάντα. Κάνει τρομερές επεμβάσεις, απίθανες εγχειρήσεις και σώζει τον άνθρωπο από βέβαιο ψυχικό θάνατο. Εδώ βλέπουμε ψυχές, που έφυγαν από την ζωή αμετανόητες και «θεία επεμβάσει και θεία προνοία» δια πρεσβειών αγίων ανθρώπων, επεστράφησαν πίσω και έλαβαν την συγγνώμη. «Μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια» από την ίδια την κολασμένη ψυχή. Για να μετανοήση η ίδια, πρέπει να επιστρέψη στην ζωή.

Ακόμη και τέτοια θαύματα έκανε η πρόνοια του Θεού, για να σώση τον άνθρωπο. Ο νυμφώνας «ηνέωκται», ο Χριστός μας περιμένει· δεν πρέπει να βραδύνουμε. Το στάδιον της νηστείας και της καθάρσεως το βαδίζουμε τώρα, το λουτρό της μετανοίας μας περιμένει. Ας αξιοποιήσουμε τον χρόνο τώρα, που όλα συμβάλλουν στην μετάνοια. Τα λόγια της Εκκλησίας είναι όλα κατανυκτικά, αρκεί να προσέξουμε την έννοιά των. Ας γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα και ας επικαλούμεθα πνεύμα κατανύξεως και δακρύων να μας χαρίζη ο Θεός. Κι όταν αγγίξη ο Θεός τα μάτια μας, να τον ευχαριστήσουμε, να ταπεινωθούμε και να Του εκφράσουμε την αδυναμία μας, κι ότι με την ευσπλαχνία Του και μόνον μετανοούμε και όχι ότι είμεθα ικανοί και άξιοι για μετάνοια. και το ότι πιστεύουμε στον Θεό και το ότι αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας είναι Χάρις Θεού, είναι ευσπλαχνία. Έάν η Χάρις δεν επισκιάση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Εάν σκεπτώμεθα επιστροφή, εάν μετανοούμε, εάν αλλάζουμε, αυτό είναι Χάρις Θεού.

Για να έλθη η Χάρις του Θεού, είμεθα δεκτοί από την Χάρι. Ας μετανοήσουμε όσο είναι στην διάθεσί μας ο χρόνος, όσο έχουμε τον καιρό μπροστά μας. Ο Θεός είναι τόσο καλός, ο Ουράνιος Πατέρας έχει τέτοια καρδιά που όλοι χωράμε μέσα Του, αρκεί να προσέλθουμε εν μετανοία και εξομολογήσει. Ιδιαίτερα τώρα να προσερχώμεθα στις Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι είναι γεμάτες κατάνυξι και χάρι. Τι ωραίο το Χερουβικό της Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι εκείνο το Χερουβικό του Μεγάλου Σαββάτου, τι δογματική και θεολογία περιέχει!

Ας βιάσουμε τους εαυτούς μας, για να βρεθούμε γρηγορούντες και νήφοντες και να καταπολεμήσουμε την αμέλεια και τη ραθυμία, γιατί αυτά εμποδίζουν τα αγαθά του Θεού προς τον άνθρωπο. Έρχεται ο δαίμων και μας φέρνει κόπωσι, κομάρες και μας ψιθυρίζει: «μη κάνης τις μετάνοιες, μη σηκώνεσαι τώρα για προσευχή, είσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θα πας για δουλειά και τόσα άλλα». Ας μη τον ακούσουμε, ας βιασθούμε, διότι δεν ξέρουμε μετά από λίγες στιγμές τι μπορεί να συμβή. «Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε».

Αν μας βρη επάνω στη βία, θα μας κατάταξη μετά των βιαστών. Αν μας βρη στην αμέλεια και στη ραθυμία, θα μας κατατάξη μετά των ραθύμων και των αποτυχημένων. Να βοηθήσουμε και τους συνανθρώπους μας· να τους μιλήσουμε για τον Θεό, για την αγάπη του Ουρανίου Πατρός· να τους δώσουμε θάρρος κι ελπίδα. Μία ψυχή να βοηθήσουμε, είναι η μεγαλυτέρα ελεημοσύνη. Όπως κι εμάς μας βοήθησαν άλλοι άνθρωποι, οφείλουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο. Ας βιασθούμε λοιπόν σε όλα, για να εισέλθουμε στον νυμφώνα του Χριστού· διότι «των βιαστών είναι η Βασιλεία των Ουρανών». Αμήν.

ΠΗΓΗ: "Η τέχνη της σωτηρίας" Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, εκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Άγιον Όρος, 2005.

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ (ΙΩΆΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)

prodosia iouda1ς δούμε πώς παραδόθηκε ο Δεσπότης. Για να μάθομε καλά και του προδότη όλη τη μανία, και του μαθητή την αχαριστία να γνωρίσομε, και του Δεσπότη την ανείπωτη φιλανθρωπία, ας ακροασθούμε τον Ευαγγελιστή πώς εκείνου την παρατολμία ιστορίζει.

Τότε, λέγει, πορευθείς εις εκ των δώδεκα, Ιούδας ο λεγόμενος Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς, είπεν αυτοίς· τι θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Θαρρώ πως είναι ξάστερα τούτα τα λόγια και δεν αφήνουνε τίποτε κρυφό. Κι άμα τα καλοξετάσει κανένας χωριστά το καθένα, πολλά έχει να στοχαστεί και πολύ βαθιά νοήματα να πιάσει. Και πρώτα για τον καιρό. Δεν τόνε σημαδεύει απλά κι όπως νάναι, ο ευαγγελιστής. Δεν λέγει πορευθείς μονάχα· αλλά τότε πορευθείς. Τότε… Πότε; Και για ποιον λόγο σημαδεύει τον καιρό; Δεν τόνε σημαδεύει απλά κι όπως νάναι ο ευαγγελιστής, μιλώντας μας μέσα στο Πνεύμα· γιατί εκείνος που λαλεί μέσα στο Πνεύμα τίποτε απλά και τυχαία δεν το λέγει.

Τι είναι λοιπόν, το τότε; Πριν από εκείνη την ώρα, πριν από αυτό το τότε σίμωσε το Χριστό η γυναίκα που είχε το αλάβαστρο με το μυρωδικό και που τόχυσε πάνω στο κεφάλι του. Φανέρωσε πολλή πίστη εκείνη η γυναίκα, φανέρωσε πολλήν έγνοια, φανέρωσε πολλήν υπακοή και σέβας. Άλλαξε από τον προτινό της βίο κι έγινε καλύτερη και φρονιμώτερη. Και σαν η πόρνη μετάνοιωσε, σαν κατάλαβε τον Δεσπότη, τότε ο μαθητής παράδωσε τον Διδάσκαλο. Τότε… Πότε; Όταν ήρθε η πόρνη και το μυρωδικό λάδι έχυσε στα πόδια του Ιησού και τα σφούγγισε με τις τρίχες της κεφαλής της και πολλήν έγνοια φανέρωσε σβύνοντας με την εξομολόγηση όλα της τα κρίματα. Τότε, λοιπόν, σαν είδε τη γυναίκα εκείνη τόσην έγνοια να φανερώνει μπροστά στον Διδάσκαλο, τότες αυτός έδραμε στην παράνομη προδοσία. Κι ενώ εκείνη από τον βυθό της αμαρτίας ανέβηκε στον ουρανό, αυτός ύστερα από τόσα θαύματα και σημεία, ύστερ’ από την ανείπωτη τη συγκατάβαση, γκρεμνίσθηκε στα τάρταρα. Τόσο μεγάλο κακό είναι η ραθυμία κι η χαλασμένη προαίρεση. Για τούτο και ο Παύλος έλεγε· ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση. Κι ο προφήτης παλαιότερα φώναξε· μη ο πίπτων ουκ ανίσταται; ή ο αποστρέφων ουκ επιστρέφει; Για να μη θαρρεύει εκείνος που στέκεται, αλλά πάντα νάχει αγωνία, μηδέ κείνος που έπεσε ν’ απελπίζεται. Γιατί τόση είναι η δύναμη του Κυρίου, που και πόρνες και τελώνες να τραβήξει και να βάλει κάτω από το ζυγό του.

Τι γίνεται, λοιπόν; Αυτός που τράβηξε κοντά του τις πόρνες, δεν μπόρεσε να κρατήσει τον μαθητή; Ναι, μπορούσε να κρατήσει και τον μαθητή· αλλά δεν ήθελε να τον κάνει καλόν με την ανάγκη, μηδέ με τη βία να τον κρατήσει κοντά του. Για τούτο ο ευαγγελιστής, ιστορώντας μας για τον αχάριστο μαθητή, λέγει· τότε πορευθείς, ήγουν δίχως να τον καλέσει κανένας, δίχως να τον αναγκάσει ή να τον σπρώξει άλλος, αλλά από μονάχος του κινήθηκε σ’ εκείνη την πράξη, από δική του γνώμη σ’ εκείνο το παράνομο τόλμημα ώρμησε, δίχως να κινηθεί από άλλη αιτία, αλλά από την κακία που ερχότανε από μέσα του πήγε να πέσει στην προδοσία του Δεσπότη. Τότε πορευθείς εις των δώδεκα. Και τούτο είναι όχι μικρό βάρος που λέγει εις των δώδεκα. Γιατί ήτανε κι άλλοι εβδομήντα μαθητάδες, για δαύτο είπε εις των δώδεκα, ήγουν ένας από τους διαλεχτούς, από εκείνους που κάθε μέρα συναναστρεφόντανε μ’ αυτόν, που είχανε πολύ το θάρρος μαζί του. Για να μάθεις, λοιπόν, πως ήτανε από τους πρώτους μαθητάδες, λέγει εις των δώδεκα. Και δεν τ’ αποκρύβει τούτα, γράφοντας ο ευαγγελιστής, για να νοιώσεις πως αυτό που φαίνεται ατιμία, φανερώνει τη φροντίδα του Δεσπότη σε μας, που τον προδότη και τον κλέφτη τον αξίωσε με τόσα αγαθά, κι ίσαμε το τελευταίο βράδι τον συμβούλευε και τον πρότρεπε.

Είδες την πόρνη πώς σώθηκε, επειδή συνήρθε, και πώς ο μαθητής γκρεμνίσθηκε με τη ραθυμία; Μη λοιπόν απελπίζεσαι, κυττάζοντας την πόρνη, μηδέ πάλι να θρασέψεις, ρίχνοντας τα μάτια σου στην αποτολμία του μαθητή. Γιατί και τα δύο τούτα είναι ολέθρια. Εύκολα γλυστράει η γνώμη μας και ξεστρατίζει η πρόθεσή μας. Για δαύτο απ’ ολούθε πρέπει ν’ ασφαλίζεται κανένας. Τότε πορευθείς εις των δώδεκα, Ιούδας ο Ισκαριώτης. Βλέπεις από τι συντροφιά ξέπεσε; Βλέπεις από τι διδασκαλία έμεινε πίσω;

Βλέπεις τι κακό μεγάλο είναι η ραθυμία; Ιούδας, λέγει, ο Ισκαριώτης, γιατί ήτανε κι άλλος συνονόματος με τούτον, ο λεγόμενος του Ιακώβου. Βλέπεις του ευαγγελιστή τη σοφία, που όχι από την πράξη μα από τον τόπο μάς τον ονοματίζει, ενώ τον άλλον όχι από τον τόπο αλλά από το όνομα του πατέρα του μάς τον κάνει γνωστό; Ενώ μπορούσε φυσικά να πει Ιούδας ο προδότης. Αλλά για να μας διδάξει πως πρέπει να κρατάμε καθαρή τη γλώσσα από κατηγόρια, τσιγκουνεύτηκε τη λέξη προδότης. Ας μάθομε, λοιπόν, να μην κακολογούμε τον εχθρό μας. Γιατί αν αυτός ο μακάριος δεν θέλησε να κατηγορήσει τον προδότη, ιστορώντας το παράνομο τούτο τόλμημα, αυτό το περισώπασε και τον ονομάτισε από τον τόπο απ’ όπου καταγότανε, πώς εμείς θα συγχωρεθούμε κατηγορώντας τον διπλανό μας; Εμείς, που πολλές φορές όχι μονάχα τους εχθρούς θυμόμαστε με κακολογία, αλλά κι εκείνους που θέλουνε το καλό μας, ας μην κάνομε τέτοια, σας παρακαλώ.

Είναι συμβουλή και του Παύλου που λέγει: Πας λόγος σαπρός εκ του στόματος υμών μη εκπορευέσθω. Έτσι ο μακάριος Ματθαίος, όντας καθαρός από τέτοιο πάθος, έλεγε: Τότε πορευθείς εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας ο Ισκαριώτης προς τους αρχιερείς είπε· τι θέλετέ μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Ω βρωμερό λάλημα! Ω ασυλλόγιστη τόλμη! Το θυμούμαι και τρέμω, αγαπητοί, πώς βγήκεν από στόμα το λάλημα, πώς κίνησε τη γλώσσα, πώς δεν ξεριζώθηκε από το κορμί η ψυχή, πώς δεν παραλύσανε τα χείλη, πώς ο νους του δεν ξεστάθηκε. Τι θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Λέγε μου, Ιούδα, αυτό σ’ έμαθε ο Διδάσκαλος τόσον καιρό; Έτσι λησμόνησες τις αδιάκοπες συμβουλές του; Δεν σου έλεγε μη κτήσεσθε χρυσόν μήτε άργυρον, από την αρχή κυττάζοντας πώς να βάλει χαλινάρι στην ακράτητη μανία σου για τα λεφτά; Δεν σε συμβούλευε λέγοντας εάν τις σε ραπίση εις την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην; Για ποιο λόγο, πες μου, παράδοσες τον Διδάσκαλο; Επειδή σου χάρισε εξουσία καταπάνω στους δαίμονες, και να γιατρεύεις αρρώστειες, και λεπρούς να καθαρίζεις, κι άλλα πολλά τέτοια θαύματα να φανερώνεις; Για τόσες λοιπόν ευεργεσίες, τέτοιαν αμοιβή του πληρώνεις; Ω ξέφρενη καρδιά ή μάλλον φιλαργυρία! Γιατί όλα τούτα τα κακά η φιλαργυρία τα γεννάει, η ρίζα όλων των κακών, που σκοτεινιάζει τις ψυχές μας και τους ίδιους τους νόμους της φύσεως, και μας βγάζει από τα συλλοϊκά μας και δεν αφήνει μηδέ φιλία μηδέ συγγένεια μηδέ τίποτ’ άλλο να θυμόμαστε. Αλλά μια και σακατέψει τα μάτια της ψυχής, μας βάζει να περπατάμε μέσα στο σκοτάδι.

Και για να το μάθεις αυτό καλά, ιδές πόσα δεν έδιωξε από την ψυχή του Ιούδα. Σαν μπήκε εκεί μέσα, τη συναναστροφή, τη συνήθεια, τη θαυμαστή διδασκαλία, τη φιλία, όλα τούτα τάρριξε στη λησμοσύνη. Καλά έλεγε ο Παύλος ρίζα πάντων των κακών εστιν η φιλαργυρία. Τι θέλετε μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Παραδίνεις, Ιούδα, αυτόν που όλα τα κρατάει μέσα στο πρόσταγμά του; Πουλάς τον αχώρετο στον νου, τον χτίστη του ουρανού και της γης, τον πλάστη της φύσεώς μας, αυτόν που με λόγο και νεύμα τάφτιαξε όλα; Για να δείξει, λοιπόν, πως θεληματικά παραδόθηκε, άκου τι έκαμε. Την ώρα της προδοσίας, όταν ήρθανε καταπάνω του με μάχαιρες και κοντάρια, και με δαδιά αναμένα και φανάρια, τους λέγει τίνα ζητείτε; Και πάψανε παρευθείς να ξέρουνε ποιον θα πιάνανε. Τόσο ήτανε εκείνος μακρυά από το να μπορέσουνε να τον πιάσουνε, που ούτε να τον δούνε μπροστά τους δεν μπορούσανε, ενώ ήτανε, τόση φωτοχυσία. Και πως αυτό θέλει να πει, ήγουν πως ενώ είχανε δαδιά και φανάρια δεν τον βλέπανε μολαταύτα, βγαίνει από τα παρακάτω λόγια. Και ο Ιούδας ειστήκει μετ’ αυτών, αυτός που τους είχε πει εγώ υμίν παραδώσω αυτόν.

Γιατί ο Χριστός τους σύγχυσε τη διάνοια, θέλοντας να φανερώσει τη δύναμή του, για να μάθουνε πως καταπιάνονταν με τ’ αδύνατα. Και σαν ακούσανε τη φωνή του πισωπερπατήσανε σκυφτοί και πέσανε τέλος χάμου. Είδες πώς δεν αποκριθήκανε λόγο, αλλά πέφτοντας δείξανε καταφάνερα την αδυναμία τους; Κύτταξε τη φιλανθρωπία του Δεσπότη! Μια και μηδέ μ’ αυτόν τον τρόπο δεν συγκίνησε την αδιαντροπιά του προδότη, μηδέ την αγνωμοσύνη των Ιουδαίων, παραδίνεται τότε και λέγει ο Κύριος. Σαν τους έδειξα πως καταπιάνονται με τ’ αδύνατα, θέλησα να τους ημερώσω τη μανία· δεν θέλουνε, μα επιμένουνε στην κακία τους. Ιδού, λοιπόν, παραδίνομαι. Αυτά σας τα λέγω, για να μην κατηγορήσει κανένας τον Χριστό λέγοντας: Γιατί δεν άλλαξε την καρδιά του Ιούδα;

Γιατί δεν τον έκαμε καλύτερο; Και πώς έπρεπε να κάμει τον Ιούδα φρόνιμο και καλόκαρδο, με τη βία ή με την προαίρεση; Αν με τη βία, μηδέ μ’ αυτόν τον τρόπο δεν έμελλε να γίνει καλύτερος· γιατί κανένας δεν γίνεται καλύτερος με την ανάγκη. Αν με την προαίρεση και τη θέλησή του, όλα ο Κύριος τα χρησιμοποίησε για να τον ανεβάσει από χαμηλά. Κι αν εκείνος δεν θέλησε να πάρει τα φάρμακα, δεν φταίει ο γιατρός, αλλά ο άρρωστος που τ’ απαρνήθηκε. Θέλεις να μάθεις πόσα έκαμε για να τον κρατήσει κοντά του; Του χάρισε πολλά θαύματα, του προείπε την προδοσία, τίποτα δεν παράτησε να κάνει σ’ αυτόν σαν σε μαθητή αγαπημένο. Και για να μάθεις, πως ενώ μπορούσε ν’ αλλάξει, δεν το θέλησε, αλλά από την ίδια τη ραθυμία του έγινε ό,τι έγινε: αφού παράδοσε τον Κύριο και πήρε τέλος η μανία του, έρριψε τα τριάκοντα αργύρια λέγοντας ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον.

Προτύτερα έλεγε τι θέλετέ μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν. Σαν τέλεσε την αμαρτία το κατάλαβε. Απ’ αυτό μαθαίνομε πως σαν η ψυχή μας είναι ράθυμη, ούτε παραίνεση ούτε νουθεσία ωφελεί. Κι όταν είμαστε ξύπνιοι στο καλό, μονάχοι μας μπορούμε να σηκωθούμε. Στοχάσου· όταν τον συμβούλευε και πάσχιζε να τον κρατήσει από την κακή πράξη, δεν άκουσε μηδέ δέχθηκε τη νουθεσία. Και σαν δεν ήτανε πια κανένας να τον συμβουλεύσει, αναταράχθηκε η συνείδησή του, κι εκεί που κανένας δεν τον δίδασκε, άλλαξε και πέταξε τα τριάντα αργύρια. Γιατί, λέγει ο ευαγγελιστής, έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια. Πληρώσανε το αίμα εκείνου που ήταν ατίμητος. Τι παίρνεις, Ιούδα, τριάντα αργύρια; Δωρεάν κατέβηκε ο Χριστός να χύσει το αίμα του για την οικουμένη και συ τώρα παζαρεύεις αυτό το αίμα; Ποια ντροπή τρανότερη από τέτοιο παζάρεμα! Ποιος είδε και ποιος άκουσε!

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Η εις Άδου Κάθοδος

«Ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
(Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).

apokathilosi10ατά το  Άγιο και Μέγα Σάββατο, η  Εκκλησία μνημονεύει την εις  Άδου κάθοδο του Κυρίου μας  Ιησού Χριστού.  Ότι δηλαδή, κατά τις τρεις ημέρες μετά τον θάνατό Του και μέχρι της αναστάσεώς Του, ο Κύριος κατήλθε στον Άδη, στον τόπο, όπου ευρίσκονταν φυλακισμένες οι ψυχές των ανθρώπων, κήρυξε και, στη συνέχεια, με θεϊκή εξουσία ανέστησε και ελευθέρωσε τις ψυχές και κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τα ταμεία του ζοφερού αυτού τόπου.  Η προσδοκία του διαβόλου ήταν, ότι τελικά θα μπορούσε να κρατήσει ένα μέρος της δημιουργίας του Θεού υπό την εξουσία του. Αυτός ήταν ο  Άδης.

Ο  Άδης δεν είναι τόπος, αλλά τρόπος ζωής των πνευμάτων. Είναι δε ως τρόπος και κατάσταση ζωής αντίθετος του Παραδείσου.  Εάν στον Παράδεισο ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος επειδή ζει με τον Θεό, στον  Άδη ζει δυστυχισμένος επειδή ζει με τούς διαβόλους. Στον  Άδη κατέρχονταν όλοι οι ζώντες.  Εκεί δεν μπορούσαν να αινούν πια τον Θεό, να ελπίζουν στην δικαιοσύνη Του, στην πιστότητά Του. Πρόκειται για μία ολοκληρωτική εγκατάλειψη.

Σ’  αυτό τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας, κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τούς αιωνίους αιχμαλώτους, οι οποίοι ευρίσκονταν εκεί παρά την θέλησή τους. Αυτό δε αποτελούσε την δύναμη και την χαρά του διαβόλου, ότι είχε την δύναμη, μπορούσε, να εμποδίσει τούς δικαίους να ζήσουν με τον Θεό. Αυτή την αδικία επισημαίνει ο  Απόστολος Παύλος όταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).

Ο Άδης δεν ταυτίζεται με την κόλαση.  Ο  Ιησούς Χριστός κατέβηκε στον Άδη, ο καταδικασμένος πηγαίνει στην κόλαση. Οι θύρες του  Άδη, όπου κατέβηκε ο  Ιησούς Χριστός, άνοιξαν, για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ, όταν ο κολασμένος κατεβαίνει στην κόλαση, η πόρτα της κλείνει πίσω του αιωνίως και δεν θα ανοίξει ποτέ.  Ο  Άδης και η κόλασις είναι το βασίλειο του θανάτου και, χωρίς τον  Ιησού Χριστό, δεν θα υπήρχε στον κόσμο παρά μια μόνο κόλασις και ένας μόνο θάνατος, ο θάνατος με την απεριόριστη δύναμή του.

Εάν υπάρχει «δεύτερος θάνατος» (᾿Αποκ. κα´ 8), ξεχωριστός από τον πρώτο, είναι επειδή ο Ιησούς Χριστός συνέτριψε με τό θάνατό Του «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (῾Εβρ. β´ 14-15). Την κάθοδο του  Ιησού Χριστού στον Άδη εορτάζει και πανηγυρίζει η  Εκκλησία του Χριστού κατά το  Άγιο και Μέγα Σάββατο. «Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον». Η θεολογία της  Εκκλησίας μας φωτίζει επαρκώς το θέμα αυτό, το οποίο αφορά όλους μας.

Η κάθοδος του Χριστού στον  Άδη είναι ένα άρθρο πίστεως, και είναι πράγματι ένα βέβαιο δεδομένο της Καινής Διαθήκης.  Ο χριστολογικός κανόνας του  Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου είναι ύμνος, τραγούδι για τον νεκρωμένο Θεο. Εάν «ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν ᾿Ιησοῦν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πράξ. β´ 24), είναι επειδή τον βύθισε αρχικά στον Άδη, αλλά χωρίς ποτέ να τον εγκαταλείψει εκεί. Εάν ο Χριστός, στο Μυστήριο τῆς Αναλήψεως, «ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν», είναι επειδή «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς».

Επρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος, για να μπορέσει ο Χριστός να «πληρώσῃ τὰ πάντα» καί νά βασιλεύσει ὡς Κύριος στό Σύμπαν. ῾Η χριστιανική πίστη ομολογεί, ότι ο  Ιησούς Χριστός είναι Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή Του από τούς νεκρούς. «῞Ινα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς», ψάλλουμε την λαμπρά και φωταυγή νύκτα του Μεγάλου Σαββάτου. Το τίμημα της ταφής του Κυρίου για τον άνθρωπο ήταν η αφθαρσία και η καινοποίηση της φύσεώς του.

Όπως η φθορά υπήρξε το τίμημα της αμαρτίας, ως νέκρωση και χωρισμός από τον Θεό, έτσι η ανακαίνιση και η αφθαρσία υπήρξαν ο ειδικός καρπός της θείας ενανθρωπήσεως.  Ο Χριστός με τον θάνατο και την ταφή Του αφαίρεσε τα ράκη της φθοράς, τα οποία είχαν στοιβαχθεί σ’ αυτήν από την παράβαση του  Αδάμ και έσβηναν την ομορφιά της· και με το αίμα Του έπλυνε το πλάσμα Του από το μίασμα της αρχαίας παρακοής, αφάνισε την δυσωδία του θανάτου, την οποία απέπνεε το πτώμα της αμαρτίας, ανακούφισε το γένος των ανθρώπων, από το βάρος της αποστασίας του και έκαμε ν’ αστράψει και πάλι η φύσις, να ζωντανέψουν οι θεοειδείς χαρακτήρες, να λάμψει και πάλι η αρχέγονος ομορφιά της, ενδεδυμένη την άφθαρτη δόξα του Θεού.

Αυτό το υπέρτατο λυτρωτικό αγαθό, την αφθαρσία δηλαδή και την αθανασία, το οποίο κορυφώνεται στην ένδοξη Ανάσταση του Χριστού, ψάλλει με ρίγη ιεράς συγκινήσεως και ανεκλάλητης χαράς η  Ορθοδοξία.  Η κάθοδος του  Ιησού Χριστού στον Άδη υπήρξε θεοπρεπής και ένδοξος.  Ο Κύριος πραγματοποίησε δύο καθόδους. Κατήλθε από ψηλά από τον ουρανό στην γη, το πρώτο. Και κατήλθε με ταπείνωση και πτωχεία. Δεύτερον, κατήλθε από την γη στα βασίλεια του  Άδη.  Εκεί όμως κατέβηκε παντοκρατορικά, με όλη την «ἄστεκτη» δυναστεία Του, εξουσιαστικώς. Τον είδαν οι δαίμονες και τρόμαξαν. Τον είδαν οι δίκαιοι και αναπήδησαν με χαρά και αγαλλίαση.

Ο Άγιος  Επιφάνιος,  Επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου, στον θεολογικώτατο λόγο του «Τῷ ἀγίῳ και μεγάλῳ Σαββάτῳ» περιγράφει αυτόν τον θεοπρεπέστατο τρόπο της καθόδου του Χριστού στον  Αδη· «Χθὲς (ἐννοεῖ τήν Μεγ. Παρασκευή) συνέβαινον τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐρραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ῞ᾼδου ραπίζει οἰκητήριον. Χθὲς ἐδεσμεῖτο, σήμερον ἀλύτοις δεσμοῖς καταδεσμεῖ τὸν τύραννον. Χθὲς κατεδικάζετο, σήμερον τοῖς καταδίκοις ἐλευθερίαν χαρίζεται. Χθὲς ὑπουργοὶ τοῦ Πιλάτου αὐτῷ ἐνέπαιζον, σήμερον οἱ πυλωροὶ τοῦ ῞ᾼδου ἰδόντες αὐτὸν ἔφριξαν... ῾

Ο χθὲς τοίνυν οἰκονομικῶς τὰς λεγεῶνας τῶν ᾿Αγγέλων παραιτούμενοςϜ σήμερον θεοπρεπῶς ὁμοῦ τε καὶ πολεμικῶς, καὶ δεσποτικῶς κάτεισι κάτω τοῦ ῞ᾼδου καὶ θανάτου  ῾Ως γοῦν τὰ παντόθυρα, καὶ ἀνήλια, καὶ ἀνέσπερα τοῦ ῞ᾼδου δεσμωτήρια καὶ οἰκητήρια ἡ θεόδημος τοῦ Δεσπότου κατέλαβεν αἰγληφόρος παρουσία, προφθάνει πάντας Γαβριήλ ἀρχιστράτηγος καὶ βοᾶ τό ῎Αρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν.

Καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι. ῞Αμα αἱ ἀγγελικαί δυνάμεις ἐβόησαν, ἅμα αἱ πύλαι ἐπάρθησαν, καὶ αἱ ἁλύσεις ἐλύθησαν, ἅμα οἱ μοχλοὶ κατεκλάσθησαν, ἅμα τὰ κλεῖθρα ἐξέπεσαν, ἅμα τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου ἐδονήθησαν, ἅμα αἱ ἐνάντιαι δυνάμεις εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, ἔφριξαν, ἐσαλεύθησαν, κατεπλάγησαν, ἐταράχθησαν, ἠλλοιώθησαν, ἐθροήθησαν, ἔστησαν ὁμοῦ καὶ ἐξέστησαν, ἠπόρησαν ὁμοῦ καὶ ἐτρόμαξαν.

᾿Εκεῖ γὰρ τότε διέκοψε Χριστός ἐν ἐκστάσει κεφαλὰς δυναστῶν». «᾿Εδεήθημεν Θεοῦ σαρκουμένου καί νεκρουμένου», θεολογεῖ ἡ ποικίλη μοῦσα τῆς δικῆς μας αὐλῆς, τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε. Αὐτός μᾶς ζύμωσε μέ τήν θεότητά Του, μᾶς ἐνέδυσε τήν θεία εὐπρέπεια, μᾶς λάμπρυνε μέ τήν τριαδική δόξα Του, μᾶς χάρισε τήν ἀνάστασι καί τήν ζωή.«῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος ὄντως καὶ παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστὲ ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως». ΑΜΗΝ.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Μετά τούτο ειδώς ό Ιησούς ότι πάντα ήδη τετέλεσται, ίνα τελειωθή ή γραφή, λέγει Διψώ»


stavrwsh15 Κύριος μας σήμερα βρίσκεται πάνω στο σταυρό. Ή φύσις πάσχει. Ή γη βυθίζεται στο σκοτάδι, φορεί τα μαύρα. Τα βράχια σείονται, το καταπέτασμα του ναού σχίζεται. Οι άγγελοι πενθούν και λένε στους ανθρώπους, Κλάψτε και εσείς για το Χριστό. Πέντε ώρες έμεινε πάνω στο ξύλο του σταυρού ό Κύριος. Απερίγραπτο το μαρτύριο του. Άλλα και την ώρα του πόνου δεν έχασε τη διαύγεια του. Φίλοι και εχθροί, όλοι πέρασαν από τη σκέψη του. Όλους τους θυμήθηκε με μια αγάπη άπειρη.

Θυμήθηκε την Παναγία Μητέρα και την εμπιστεύθηκε στον Ιωάννη με το «Ιδού ή μήτηρ σου» (Ίωάν. 19,27). Θυμήθηκε και τους σταυρωτάς και είπε το «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Άλλ' ή ώρα του θανάτου πλησιάζει. Ή ζωή του Χριστού λειώνει σαν το κερί. Οι σταυρωτοί βλέπουν την αγωνία και με σαδισμό επιχαίρουν για τα παθήματα του. Τότε ό Χριστός ανοίγει τα χείλη και λέει. «Διψώ» (Ίωάν. 19,29). Αυτό το λόγο θέλησα να λάβω ως θέμα. Ελάτε να τον μελετήσουμε. Ζητώ τη βοήθεια του Εσταυρωμένου και τη δική σας προσοχή. Χριστέ, βοήθησε με Χριστιανοί, προσέξτε με. «Διψώ».

Από την ώρα πού συνελήφθη στη Γεσθημανή μέχρι τη στιγμή πού είπε τη λέξη αυτή, ό Χριστός υπέφερε μύρια μαρτύρια. Για κανένα όμως δεν άνοιξε το στόμα του να παραπονεθεί, έμεινε άφωνος σαν άκακο αρνίο. Όταν του έβαλαν το ακάνθινο στεφάνι δεν είπε «Ώ ή κεφαλή μου!», όταν τον χτύπησαν με το φραγγέλιο δεν είπε «'Ώ τα νώτα μου!», όταν τον κάρφωναν δεν είπε «'Ώ τα πόδια, ω τα χέρια μου!». Τώρα όμως πού πλησιάζει το τέλος λέει «Διψώ». Είναι μια ανάγκη του σώματος,

Είναι προπαντός ό πόνος της ψυχής του «Διψώ». Ποιος δίψα; Εκείνος πού δημιούργησε το νερό και τις δεξαμενές του. Υδρατμοί και νέφη, θάλασσες και ωκεανοί, πηγές και λίμνες, ποταμοί και ρυάκια, όλα Είναι έργα του. Αν δώσει μια διαταγή, ή θάλασσα θα γίνει ξηρά, οι ωκεανοί θα δείξουν το βυθό τους, οι πηγές θα στερέψουν, οί άνθρωποι θα πεθάνουν. και όμως ό δημιουργός του ύδατος διψά. «Διψώ». Ποίος το λέει; Εκείνος πού βρέχει επί δικαίους και αδίκους, εκείνος πού ποτίζει και τον κακούργο. Εκείνος πού δροσίζει τα άνθη κ αϊ τη χλόη. Εκείνος πού σε όλους προσφέρει δωρεάν το νερό.

Αυτός τώρα δίψα. «Διψώ». Και σε ποιους το λέει; Στους Ιουδαίους, πού μαζί με τους ξένους στρατιώτες κυκλώνουν το σταυρό. Αυτοί είχαν ιδιαίτερο λόγο να τον ευγνωμονούν. Δίψασαν κι αυτοί κάποτε, είπαν κι αυτοί «διψώ». Πού, πότε; Όταν διάβαιναν την έρημο της Αραβίας. Σταλαγματιά νερό δεν υπήρχε. Τρέχουν στο Μωϋσή «Διψούμε, δός μας νερό, χανόμαστε!». Ό Μωυσής παρακάλεσε το Θεό, κι ό Θεός τον διέταξε να χτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο. Κι ό βράχος έγινε βρύση.

Τους πότισε με άφθονο νερό. Ποιος; Αυτός πού τώρα φωνάζει «Διψώ». Όταν φώναξαν εκείνοι «διψούμε», ό Χριστός τους έδωσε νερό, τώρα πού ό Χριστός λέει «Διψώ», δέ' βρίσκεται ένας άπ' αυτούς να του προσφέρει λίγη δροσιά. Ώ της αχαριστίας σας, Ιουδαίοι! «αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος» (αντίφ. ι6' 1). «Διψώ». Είναι φυσικό να δίψα ό Χριστός. Είναι τέλειος άνθρωπος, έχει τις ανάγκες πού έχουμε κ' εμείς. Το αίμα του έφυγε, ποτίζει τη γη του Γολγοθά.

Σαν τραυματίας, σαν κουρασμένος οδοιπόρος φωνάζει «Διψώ». Άλλ' ή φωνή του «φωνή βοώντος εν τη έρήμω» (Ματθ. 3,3). Οι σταυρωτοί δεν εννοούν ν' ανακουφίσουν τον πόνο του. Αντιθέτως, νερό ζητεί, κι αυτοί του προσφέρουν ξίδι με χολή. Άλλα ή λέξη «Διψώ» δεν εκφράζει ανάγκη σωματική μόνο. Δέ' διψά μόνο το σώμα του Χριστού έχει και δίψα ψυχική. «Διψώ». τι διψά ή ψυχή του Χριστού μας; Διψά δικαιοσύνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6).

Ποιος άλλος αγάπησε το δίκαιο όσο ό Χριστός; και όμως έπεσε πρώτο θύμα της αγριωτέρας αδικίας. Ή καταδίκη του μένει αιώνιο στίγμα της ανθρωπινής δικαιοσύνης. «Δικαιοσύνη μάθετε, οι ενοικούντες επί της γης»(Ήσ. 26,9). Άλλα που δικαιοσύνη; Πάνω απ' το σταυρό σήμερα ρίχνει το θείο βλέμμα στη γη της αδικίας κι ακούω τη φωνή του «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, άλλ' οί άρχοντες των λαών βουλώνουν τ' αυτιά τους χειρότερα από τους Ιουδαίους.

Άγγλος πολιτικός είπε, ότι επικρατεί όχι ό νόμος της δικαιοσύνης, άλλ' ό νόμος της ζούγκλας, ό ισχυρός καταβροχθίζει τον αδύνατο. Το άνθος του δι καιου μαράθηκε από το λίβα της αδικίας. «Διψώ». Διψά τι; Ειρήνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί» (Ματθ. 5,9) και διέταξε την Εκκλησία του να εύχεται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». Ειρήνη διψά ή μεγάλη καρδιά του. Και αντί ειρήνης βρίσκει ταραχή, θόρυβο. Τα έθνη ετοιμάζονται για πόλεμο, τροχίζουν τα μαχαίρια τους πάνω στην ακονόπετρα του μίσους, τρέχουν ακάθεκτοι στο δρόμο του αίματος.

Δέ' βρίσκει ό Χριστός αυτό πού ποθεί, κ' εξακολουθεί να φωνάζει στον μαινόμενο κόσμο. Διψώ την ειρήνη! «Διψώ». τι διψά; Διψά αγάπη. Άλλα που αγάπη; Τα λουλούδια της αγάπης σπανίζουν πια στον εγωιστικό μας κόσμο. Το μίσος απλώνεται, ψυγείο κατήντησε ή γη, παγωνιά επικρατεί. Και ό Χριστός βλέπει τα παγόβουνα των καρδιών και φωνάζει. Κόσμε, διψώ αγάπη! «Διψώ». τι διψά; Αγιότητα ψυχών  και σωμάτων. Είναι εκείνος πού είπε «Μακάριοι οί καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται» (Ματθ. 5,8).

Άλλα που ή αγιότης, πού ή παρθενία, πού ή καθαρότης των ηθών; Παντού υψώνονται ναοί της Αφροδίτης και βωμοί του Βάκχου. Τη σάρκα  και όχι το πνεύμα λατρεύει ό κόσμος. «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ εστί ποιών χρηστότητα, ουκ εστίν έως ενός» (Ψαλμ. 13,3). Ή νεότης σαπίζει μέσα στη διαφθορά, το πνεύμα τυραννείται, ή σάρκα θριαμβεύει. Και ό Χριστός, πού βλέπει άπ' το σταυρό αυτό το βούρκο, φωνάζει. Κόσμε, διψώ αγιότητα  και καθαρότητα! «Διψώ». τι διψά;

Αλήθεια και ειλικρίνεια στους λόγους  και τα αισθήματα μας. «Εγώ ειμί... ή αλήθεια»  και «ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς», είπε (Ίωάν. 14,6. 8,32). Άλλα πού αυτά! Όλοι σήμερα φορούμε τη μάσκα της υποκρισίας. Βλέπω γυναίκες πού διαβάζουν θρησκευτικά βιβλία, κάνουν μεγάλους σταυρούς, μιλούν ή μάλλον φλυαρούν περί Θεού, αλλά μένουν μόνο στα λόγια. Έργα μηδέν άκαρπες συκιές. Λησμόνησαν τα λόγια του Χριστού «Ου πάς ό λέγων μοι Κύριε, Κύριε, είσελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών».

Το ίδιο ισχύει  και για τους άντρες.  και ό Χριστός βλέπει τις μάσκες της υποκρισίας  και φωνάζει. Κόσμε, διψώ για αλήθεια  και ειλικρίνεια! «Διψώ». τι διψά; Τη σωτηρία της ψυχής σου. Χρόνια σε περιμένει ό Χριστός μας. Άλλα συ συνεχίζεις το δρομολόγιο της αμαρτίας. Στάσου λοιπόν μια στιγμή, άκουσε τον. Σου φωνάζει. Αμαρτωλέ, διψώ τη σωτηρία σου, γι' αυτήν φόρεσα τον ακάνθινο στέφανο, γι' αυτήν ανέβηκα στο σταυρό. Αδελφέ συναμαρτωλέ! Αν βρισκόσουν κάτω από το σταυρό  και άκουγες το Χριστό να φωνάζει «Διψώ», είμαι βέβαιος ότι θα έτρεχες να του φέρεις ένα ποτήρι νερό.

Άλλα  και σήμερα το ίδιο φωνάζει. «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, ειρήνη, αγάπη, αγιότητα, άλήθεια-ειλικρίνεια, σωτηρία ψυχών. Μη μείνουμε ασυγκίνητοι στη φωνή του. Όποιος αδικεί, όποιος μισεί  και φθονεί, όποιος κυλιέται στη λάσπη της ακολασίας, όποιος ζει στην υποκρισία  και το ψέμα, όποιος μένει αμετανόητος στην αμαρτία, ας του προσφέρει σήμερα ένα δάκρυ μετανοίας, αυτό προ παντός περιμένει ό Χριστός, αυτό θα Είναι ή καλύτερη δροσιά του.

Ω εσταυρωμένε Λυτρωτά! Δίψασες,  και οί σταυρωτέ σου έδωσαν χολή  και όξος, διψάς  και σήμερα, αλλά στη γη μας έχουν στερέψει οί πηγές του κάλου. Μόνο μικρά ποταμάκια καλοσύνης  και αρετής υπάρχουν μέσα στη Σαχάρα του κόσμου. Δός μας τη χάρη σου, ώστε τα ποταμάκια αυτά να γίνουν μεγάλοι ποταμοί, ή Σαχάρα να γίνει κήπος της Εδέμ, να βασιλεύσει παντού ή αγάπη ή δικαιοσύνη ή ειρήνη ή αγιότης ή παρθενία. Κάνε τη σημαία του σταυρού να κυματίζει παντού. Κάνε να σβήσουν μέσα μας όλες οι δίψες της αμαρτίας,  και ν' ανάψει στην καρδιά μας ή δίψα εκείνη της αγιότητας, πού αισθάνθηκες εσύ όταν από το σταυρό σου φώναξες «Διψώ».

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 444 επισκέπτες

Εμφανίσεις Άρθρων
3621264
  • ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

    Πέμπτη
    9 Δεκεμβρίου

    Σύλληψις Αγίας Αννης, Στεφάνου οσίου του νεολαμπούς