Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

Χριστουπόλεως Μακάριος: ''Θεωρώ ότι ο Θεός πλουσίως με ευεργέτησε''

ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Εκφωνηθείς κατά την Χειροτονίαν του
Επισκόπου Χριστουπόλως Μακαρίου
εις τον Ιερόν Μητροπολιτικόν Ναόν του Αγίου Μηνά Ηρακλείου Κρήτης την 16ην Μαΐου 2015

xrisstoupolews-mak

Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. Ειρηναίε,
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Ικονίου κ. Θεόληπτε, εκπρόσωπε της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού ημών Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου,
Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Εκπρόσωποι των κατά τόπους Αγίων Εκκλησιών,
Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι άγιοι Αρχιερείς,
Σεβαστοί πατέρες και αδελφοί,

Αγαπητοί μου εν Χριστώ συνευχόμενοι πιστοί,

Με αισθήματα δέους και χαράς ίσταμαι ενώπιόν Σας, ανερχόμενος εις το υπερώον της Πεντηκοστής, δια να πλησθώ Πνεύματος Αγίου και χάριτος υπερμεγίστης, χειροτονούμενος Επίσκοπος της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Μεγάλου και Πρώτου Αρχιερέως Ιησού Χριστού. Ίσταμαι ενώπιόν Σας, δια να εισοδεύσω εις μίαν νέαν πνευματικήν κατάστασιν, μετά την έκρηξιν της «καθάπερ φερομένης βιαίας πνοής» του Αγίου Πνεύματος, η οποία οδηγεί εις την φανέρωσιν μιας νέας ζωής και αποδεικνύει την έκπληξιν ενός θαύματος. Δοξολογώ από τα μύχια της υπάρξεώς μου «την αενάως βρύουσαν ζωτικήν και φωτιστικήν πηγήν, την συναΐδιον του Πατρός δημιουργικήν δύναμιν», αισθανόμενος το άπειρον της ευσπλαχνίας Tου πέλαγος, διότι όχι το μανθάνειν αλλά το πάσχειν τα ανερμήνευτα της Αναστάσεως και τα παράδοξα της Πεντηκοστής είναι αυτό το οποίον χαρίζει εις τον άνθρωπον την αιωνιότητα της ατελευτήτου επεκτάσεως.

Συναισθανόμενος ως ο Μωυσής ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος αδυνατώ να αναπτύξω, κατά την εύσημον ταύτην ημέραν του Κυρίου, την σημασίαν και την βαρύτητα του Επισκοπικού υπουργήματος, παριστάμενος, μάλιστα, ενώπιον αγίων Αρχιερέων, τετιμημένων, σεμνών, πεπνυμένων και θεοφόρων, οι οποίοι έχουν ήδη, επί έτη πολλά, βιώσει το θεοφεγγές μυστήριον της Αρχιερατικής χάριτος. Έτι περισσότερον δεν δύναμαι να ομιλήσω περί της Αρχιερωσύνης όταν μόλις προ τριών μηνών εορτάσαμε την μεγάλην και ιστορικήν, δια την Εκκλησίαν της Κρήτης επέτειον, την συμπλήρωσιν τεσσαράκοντα ετών, αφ᾽ ων η Σεβασμιότητά Σας, άγιε Κρήτης, έλαβε τον τρίτον βαθμόν της Αρχιερωσύνης, χειροτονηθείσα εις Μητροπολίτην Κυδωνίας και Αποκορώνου από τον μακαριστόν Προκάτοχόν Σας Αρχιεπίσκοπον Κρήτης Ευγένιον, τον σεμνόν και ταπεινόν.

 

Περιορίζομαι μόνον να αναφέρω αυτό το οποίον ο Μέγας των εθνών Απόστολος Παύλος έγραψε προς τον πρώτον Επίσκοπον Κρήτης, Απόστολον Τίτον, περιγράφων με σαφήνειαν τας αρετάς και τα χαρίσματα τα οποία οφείλουν να κοσμούν τον Επίσκοπον: «δει γαρ τον επίσκοπον είναι ως του Θεού οικονόμον, μη αυθάδη, μη οργίλον, μη πάροινον, μη πλήκτην, μη αισχροκερδή, αλλά φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, όσιον, εγκρατή, αντεχόμενον του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός η και παρακαλείν εν τη διδασκαλία τη υγιαινούση και τους αντιλέγοντας ελέγχειν».

Αύτη είναι η αθεώρητος εικών του επισκόπου, την οποίαν παιδιόθεν διατηρώ εις την σκέψιν μου, θεωρών ότι ο Θεός πλουσίως με ευηργέτησε, διότι συνήντησα μόνον καλούς και αγίους επισκόπους εις την ζωήν μου, με πολλάς αρετάς και θεοδώρητα τάλαντα, οι οποίοι με ενέπνευσαν με το παράδειγμά των. Φωτιζόμενος από το δικό των φως και το φως όλων των αγίων Ιεραρχών της αποστολικής αλύσεως, υπόσχομαι ταύτην την ιεράν και μοναδικήν στιγμήν, «την μεθέορτον και τελευταίαν εορτήν», ότι θα προσφέρω τας δυνάμεις μου και θα αναλώσω τον εαυτόν μου, ως καιομένην λαμπάδα, εις την διακονίαν της Εκκλησίας, με διπλούν, δια το υπόλοιπον της ζωής μου, πνευματικόν στόχον και προορισμόν.

Πρώτον, την διακονίαν της αγάπης. Σήμερον καλείται όλη η ανθρωπότης, ο Βορράς και ο Νότος, η Ανατολή και η Δύση, να κτίσουν γεφύρας και να δημιουργήσουν τας προϋποθέσεις της ενότητος και της συμφιλιώσεως, διότι ο πλησίον μας είναι άξιος της αγάπης μας και όχι του μίσους μας. Δυστυχώς, τα υψηλότερα τείχη τα οποία υψώνονται σήμερον μεταξύ των ανθρώπων είναι τα ηθικοθρησκευτικά. Δια τούτο το Οικουμενικόν μας Πατριαρχείον διακονεί με έντονον το αίσθημα της ευθύνης, ώστε να ανατείλη η φωτοφόρος ημέρα της ενώσεως των ανθρώπων, παρά τας δυσκολίας και τας αντιδράσεις, αι οποίαι αναφύονται, ενίοτε υπαιτιότητι και εκκλησιαστικών προσώπων. Είναι γεγονός ότι ακόμη και εν τη Εκκλησία θα συναντήσωμεν τους «υπέρ-ορθοδόξους», οι οποίοι, χάριν της Ορθοδοξίας, υποστηρίζουν κακοδοξίας και δημιουργούν μερισμούς και σχίσματα η, όπως χαρακτηριστικώτερον σημειώνει η αθάνατος φωνή του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, «διαμοιράζουν τον Χριστόν οι πολύ φιλόθεοι και φιλόχριστοι, οι οποίοι χάριν της αληθείας λένε ψέματα και χάριν της αγάπης σπέρνουν μίσος», οπότε διαπιστώνεται ότι επιτελείται μέγιστον κακόν εν τη Εκκλησία εν ονόματι του Θεού.

Μόνον αγαπώντες τον πλησίον δυνάμεθα να βεβαιωθώμεν ότι αγαπώμεν τον Θεόν, ο οποίος αγαπά τον κάθε άνθρωπον με την ιδίαν αγάπην, με την οποίαν αγαπά όλην την οικουμένην. Όπου υπάρχει αγάπη, βιούται το ορθόδοξον εκκλησιαστικόν ήθος, ενώ η έλλειψις αυτής οδηγεί εις τον θάνατον και την φθοράν, εις τον απολυταρχισμόν και εις την σκληρότητα της φαρισαϊκής νοοτροπίας. Δεν είναι τυχαίον, άλλωστε, το ότι ο Χριστός, επικρίνων με τα φοβερά «ουαί» την ανηθικότητα των «ηθικών» ανθρώπων της εποχής Του, ουσιαστικώς εκαυτηρίαζεν την έλλειψιν της αγάπης.

Η διακονία, επομένως, εν τη Εκκλησία δεν συνιστά μίαν, τρόπον τινά, ουδετέραν μορφήν διοικήσεως, αλλά μία μορφήν παροχής χάριτος, μίαν πρακτικήν και ασκητικήν της αγάπης, κατά τον οσιακόν λόγον: «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι». Θα συναντήσωμεν πλείστους Αγίους εις την Εκκλησίαν, οι οποίοι δεν ηρίστευσαν εις την νηστείαν, την άσκησιν η την σωφροσύνην αλλά δεν θα συναντήσωμεν ουδένα άγιον εν τη καθ᾽ ημάς Αγία Ανατολή με σκληράν καρδίαν. Άπαντες οι το νοητόν στερέωμα της Εκκλησίας κατακοσμήσαντες «Άγιοι, Απόστολοι, Προφήται και Μάρτυρες, Πατριάρχαι, Ιεράρχαι και Δίκαιοι, Διδάσκαλοι, Όσιοι, Ασκηταί και των Αγίων Γυναικών το φιλόθεον σύστημα», έλαβον τας πολυτρόπους δωρεάς του Παναγίου Πνεύματος, διότι διέθετον καρδίαν ανθρωπίνην, δηλαδή «καρδίαν αγαπώσαν και πνεύμα καινόν», και ουχί «καρδίαν λιθίνην», κατά τον Προφήτην.

Θέτω, λοιπόν, δι᾽ ευχών Σας άγιοι Πατέρες, ως βασικόν στόχον εις την μετέπειτα επισκοπικήν μου πορείαν, την θυσίαν, την προσφοράν και την αγάπην, η οποία όλα τα επιτυγχάνει και «ουδέποτε εκπίπτει». Ο θάνατος, άλλωστε, του οποίου «ουκ οίδαμεν την ημέραν ουδέ την ώραν», μας διδάσκει ότι είναι επείγον να αγαπήσωμεν. Μίαν δύναμιν επιθυμώ να αποκτήσω: την δύναμιν να αγαπώ.

Ο δεύτερος πνευματικός στόχος μου σχετίζεται με την βιωματικήν ρήσιν του Οσίου ασκητού, Αββά Ισαάκ του Σύρου: «το τοις έμπροσθεν επεκτείνεσθαι», που σημαίνει ότι η επέκτασίς μας και ο προορισμός μας πρέπει να έχουν κατεύθυνσιν προς τα εμπρός. Η ζωή του χριστιανού, πολλώ δε μάλλον η ζωή του Επισκόπου, οφείλει να είναι πορεία έμπροσθεν επεκτεινομένη. Επιθυμώ και παρακαλώ τον ελεήμονα Θεόν, όλη η επισκοπική μου βιοτή να είναι πορεία προς τα άνω. Να υπάρχω, ως μη υπάρχων, να φροντίζω τα πάντα και να αγαπώ τα πάντα, σιωπηλώς, καρδιακώς και αθορύβως. Να είμαι κοντά εις τον πλησίον και τον αδελφόν μου, όταν αυτός νομίζει ότι λείπω, να του συμπαραστέκωμαι, όταν θεωρή ότι φαινομενικώς τον έχω εγκαταλείψει και να του χαρίζω την βεβαιότητα ότι υπάρχει μέλλον, υπάρχει ελπίδα και ζωή. Να αντιπαρέρχωμαι τα ανθρώπινα και την φθοράν. Κι αν κάποτε η δοκιμασία και η θλίψις με επισκέπτωνται, να χαίρω, διότι τελικώς το μήνυμα του Θεού το δέχεται ο απογοητευμένος και ο άδικημένος. Τον Θεόν δεν Τον βλέπομεν δια των ανθρωπίνων επιτυχιών μας, αφού η εν επιγνώσει θλίψις αποτελεί την βασικήν προϋπόθεσιν, δια να φθάσωμεν εκεί όπου δεν εφτασαν οι επιτυχημένοι, εκεί όπου αναδίδεται η ευωδία της λαμπροφόρου Αναστάσεως.

Να συμβάλλω, όσο μου επιτρέπουν οι ασθενείς μου δυνάμεις, ώστε να γίνωνται όλα εις την ζωήν των ανθρώπων και της Εκκλησίας εύκολα, άνετα και ελεύθερα, διότι η Εκκλησία υπάρχει δια να τιμάται και να σώζεται ο άνθρωπος. Η Εκκλησία δεν υποδουλώνει και δεν υποδουλώνεται. Δεν εξουθενώνει και δεν εξουθενώνεται.

Να βλέπω μόνον καθαρότητα εις τους ανθρώπους, όπως οι Άγιοί μας, οι οποίοι δεν ηδύναντο να δουν ακάθαρτόν τον αδελφό των. Να γίνομαι ενωτικός και να προσπαθώ να αναπαύω όλους, κατά τον ευαγγελικόν λόγον: «μηδέν απελπίζοντες». Να μην απελπίζω ποτέ ουδένα. Η δική μου ανάπαυσις και χαρά να είναι η ανάπαυσις και η χαρά των άλλων και ο αγών μου να μην αποβλέπη εις το να επιτύχη κάτι το σχετικόν και ανθρώπινον, αλλά να αρχίζη από τον παρόντα χρόνον και να καταλήγη εις την ογδόην ημέραν των εσχάτων.

Με αυτάς τας ενδομύχους σκέψεις και τους οραματισμούς, τιμιώτατοι άγιοι Ιεράρχες, δοξάζω, δια μίαν εισέτι φοράν, τον Θεόν, διότι ωδήγησε τα βήματά μου, ήδη από την παιδικήν μου ηλικίαν, εις την Εκκλησία Του. Αισθάνομαι, μέσα από τον έλεγχον «των ου βλεπομένων» πραγμάτων, ότι σήμερον εκπληρώνεται το σχέδιόν Του δια την ολοκλήρωσιν της ιερατικής μου κλήσεως. «Δοξάζω τον Θεόν τον εν ταύτη τη εσχάτη και μεγάλη και σωτηρίω ημέρα της Πεντηκοστής το μυστήριον της Αγίας Τριάδος υποδείξαντα ημίν».

Δοξάζω τον Άναρχον και Αναλλοίωτον Θεόν, όχι απλώς διότι σήμερον με αξιώνει να καταστώ Επίσκοπος της ιστορικής επισκοπής Χριστουπόλεως, αλλά προπάντων διότι θα έχω την τιμήν και την μεγίστην ευλογίαν να είμαι ελάχιστος διάκονος της εκκλησιαστικής ολκάδος του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, συγκαταλεγόμενος εις την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Μιας Αποστολικής και Μαρτυρικής Εκκλησίας, η οποία είναι εστολισμένη με κατορθώματα αιώνια, πεποικιλμένη με ροάς δαρκύων, πεποτισμένη με μαρτυρικά αίματα, πεπλουτισμένη με τίμια λείψανα. Όλα εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον απαστράπτουν από τας μαρμαρυγάς του άρματος του θεϊκού, που αναβιβάζει και καταβιβάζει «τον Θεόν, ος ηυδόκησε ευλογών τον αμπελώνα τούτον», ετοιμάζων «χιλιάδας ευθηνούντων» αγίων, οσίων, κληρικών, μοναχών και αγίων Επισκόπων και Ιεραρχών, εν οις και πολλών οσίων Επισκόπων της Ιεράς Επισκοπής Χριστουπόλεως.

Μετά την προς τον Θεόν δοξολογίαν μου, στρέφω την σκέψιν και τους οφθαλμούς της ψυχής μου, με άπειρον ευγνωμοσύνην και υιικήν αγάπην, προς τον Οικουμενικόν μας Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίον, ο οποίος ως στοργικός πατήρ γίνεται συνεχώς ο καλός Σαμαρείτης της Οικουμένης, αφού σώζει την τετραυματισμένην ανθρωπότητα από τους ληστάς και την φθοράν, προσφέρων πλουσιοπαρόχως αγάπην και έλεος, ότι «ανέλεος η κρίσις τω μη ποιήσαντι έλεος».

Θλίβομαι, διότι δεν έχω τίποτε το αντάξιον να αντιπροσφέρω εις τον Παναγιώτατον Πατριάρχην μου, δι᾽ όσα μέχρι σήμερον μου έχει προσφέρει και κυρίως δια το δώρον της αρχιερωσύνης, παρά μόνον ατέχνους λέξεις και υποσχέσεις αναβλυζούσας από μίαν πάλλουσαν δια τον Οικουμενικόν Θρόνον καρδίαν, ότι θα συνεχίσω την πρακτικήν της ήδη δεδοκιμασμένης πιστότητός μου, της πολλαπλώς αποδεδειγμένης αφοσιώσεώς μου και της αναμφισβητήτως ανιδιοτελούς μου αγάπης τόσον προς την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως, όσον και προς το Σεπτόν Αυτού πρόσωπον. Όσον επιτρέπουν εις εμέ αι ασθενείς μου δυνάμεις και με πλήρη την επίγνωσιν ότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αποτελεί σημείον αναφοράς, αιωνίαν αξίαν, τρόπον ζωής και αδιαπραγμάτευτον αλήθειαν, θα γίνωμαι καθημερινώς συγκυρηναίος του Πατριάρχου εις τον σταυρικόν Του αγώνα και θα προσπαθώ μετ᾽ Αυτού να μαρτυρώ, ως ελάχιστος θεράπων της Θεολογίας και της Επιστήμης, ότι ο Οικουμενικός Θρόνος αποτελεί την αρχήν των δογμάτων, την πηγήν της θεολογίας, τη βάσιν της αυθεντικότητος, την εγγύησιν της ενότητος, κυρίως όμως την ενσάρκωσιν της Ορθοδοξίας. Ιδιαιτέραν βαρύτητα θα δώσω εις τα θέματα της Βιοηθικής, τα οποία απασχολούν εντόνως την σύγχρονον κοινωνίαν και τα οποία καλείται η Πανορθόδοξος Επιτροπή Βιοηθικής να μελετήση προς θεραπείαν και ανάπαυσιν του ποιμνίου και των επιστημόνων.

Υιϊκώς και ταπεινώς εύχομαι όπως ο Θεός ενδυναμώνη και χαρίζηται υγείαν και μακροημέρευσιν εις τον Πατριάρχην μας, διότι η παρουσία Του αποτελεί εγγύησιν δια την ενότητα της Ορθοδοξίας η δε Εκκλησία, η οποία εις το μέλλον θα κληθή να αποτιμήση την προσφοράν και το έργον Του, αξίως και δικαίως, θα Τον ονομάση «ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ τον ΠΑΝΥ» και θα Τον συμπεριλάβη εις τας μεγάλας εκκλησιαστικάς προσωπικότητας, αίτινες εκλέϊσαν τον πολιτισμόν, την θεολογίαν, την Ρωμιοσύνην και την ιστορίαν.

Ευχαριστώ, παραλλήλως, και τον Σεπτόν εκπρόσωπον του Πατριάρχου μας, Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ικονίου κ. Θεόληπτον, τον φίλον και αδελφόν, τον πολλαχώς και πολλάκις στηρίξαντά με, τον ευαίσθητον και συμπονετικόν, τον ελεήμονα και απλούν, τον ανθρώπινον και ειλικρινή, τον γνήσιον Ιεράρχην του Οικουμενικού Θρόνου, ευχόμενος να έχη πλουσίαν την ευλογίαν του Θεού εις την ζωήν του και εις την θεάρεστον διακονίαν του. Θα διατηρήσω δια βίου αλώβητον την Σεπτήν μορφήν Σας άγιε Ικονίου εις την σκέψιν μου και εις το Ιερόν Θυσιαστήριον ομού με τα μύρα και την κασσίαν της ευγνωμοσύνης μου.

Σεβασμιώτατε και Σεπτέ Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. Ειρηναίε,

Χαίρομαι και δοξάζω τον Θεόν, διότι με αξιώνει να λάβω την χάριν της αρχιερωσύνης υπό των τιμημένων χειρών σας ευχαριστώ δε δια την φιλοξενίαν της προσωπικής μου Πεντηκοστής εις τον Ιερόν Μητροπολιτικόν Σας Ναόν. Κατά τα έτη της αγαστής συνεργασίας μας, υπήρξατε δι’ εμέ τύπος και υπόδειγμα δια τας αρετάς σας, τα δώρα της καρδίας σας, την ευγένεια των τρόπων Σας, την λειτουργικήν Σας σύνεσιν, την πνευματικήν Σας σοφίαν και την πολύτιμον εμπειρίαν της ζωής Σας. Σας ευχαριστώ δι᾽ όσα φανερά και αφανή μου έχετε προσφέρει μέχρι σήμερον, ευχόμενος να συνεχίσητε να κοσμήτε την Εκκλησίαν της Κρήτης επί έτη πολλά με υγείαν και δύναμιν. Εν τω Σεπτώ προσώπω Σας ευχαριστώ τον ευαγή κλήρον και τον ευσεβή λαόν της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, την οποίαν ταπεινώς διηκόνησα από διαφόρους επιτελικάς θέσεις επί είκοσι και δύο έτη, αισθανόμενος άπειρον ευγνωμοσύνην προς τας μοναστικάς μας αδελφότητας και τους κληρικούς μας και ευχαριστών τον καθένα εξ αυτών προσωπικώς και ιδιατέρως, διότι παρ’ αυτοίς εβίωσα την αγάπην και ετιμήθην από τον σεβασμόν των. Εν τω Σεπτώ προσώπω Σας αντικρύζω, επίσης, μετά βαθυτάτου σεβασμού και εξιδιασμένης τιμής, την Σεπτήν Ιεραρχίαν της εν Κρήτη Εκκλησίας και ευχαριστώ ευγνωμόνως δια την αγάπην των αγίων Αρχιερέων της Κρήτης και τον επιστηριγμόν αυτών καθώς και δια την εμπιστοσύνην, δια της οποίας με περιέβαλον, προσεύχομαι δε να χαρίζη εις αυτούς ο Θεός δύναμιν δια την πολυώδυνον Αρχιερατικήν των πορείαν κατά τους συγχρόνους δυσκόλους καιρούς.

Μετ᾽ ευγνωμοσύνης και απείρου σεβασμού ευχαριστώ τον Προκαθήμενον της Αυτονόμου Εκκλησίας της Εσθονίας κ. Στέφανον, από τον οποίον, οσάκις επισκεπτόμην μέχρι σήμερον ελάμβανα, με ένα μοναδικόν και εξαίσιον τρόπον, εντατικά μαθήματα εκκλησιαστικού ήθους, θεολογικής σοφίας, πνευματικής βιοτής και πατερικής εμπειρίας. Μαζί με την καρδιακήν μου ευχαριστίαν εις αυτόν εκφράζω και την πεποίθησίν μου ότι οι κόποι και αι προσδοκίες του αφειδώς θα ευλογηθούν και θα καταστεφθούν μετά δόξης πολλής υπό του Πανοικτίρμονος Θεού, αφού οι Άγιοι Μάρτυρες της Εσθονικής Εκκλησίας ποτέ δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα και την προσπάθειάν αυτού. Από την πλευράν μου δε συνεχίζων την εκπαιδευτικήν μου διακονίαν εις την Θεολογικήν Σχολήν της Ταλλίνης, θα συμπαρίσταμαι εις το έργον του μετά πολλής ευγενείας και διακρίσεως δια το καλόν και την πρόοδον της εκείσε Αυτονόμου Εκκλησίας.

Ευγνωμοσύνην και ευχαριστίαν εκφράζω, ωσαύτως και προς τους Σεβασμιωτάτους και Θεοφιλεστάτους Αρχιερείς, οι οποίοι σήμερον παρευρίσκονται εις το Ηράκλειον, μετέχοντες εις την χαράν της κληρωθείσης μοι διακονίας. Είναι ανεκτίμητος, αγιώτατοι και τιμιώτατοι Ιεράρχαι, η συμπαράστασις και η πνευματική ενίσχυσις, την οποίαν έλαβον κατά καιρούς από την αγάπην σας, αγάπην την οποίαν θα συνεχίσω να προσμένω, να επιθυμώ και να ανταποδίδω, κατά το μέτρον των δυνατοτήτων μου. Ιδιαιτέρως επιθυμώ να ευχαριστήσω τον Σεβ. Μητροπολίτη Λεοντοπόλεως κ. Γαβριήλ εκπρόσωπον της ΑΘΜ του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεοδώρου, τον πανοσιλ. Αρχιμ. κ. Βαρθολομαίον, Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Μεταφορφώσεως Τιφλίδος εκπρόσωπον του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Γεωργίας κ. Ηλιού, τον Θεοφιλ. Επίσκοπον Μεσαορίας κ. Γρηγόριον εκ της Εκκλησίας της Κύπρου, τον Θεοφιλ. Επίσκοπον Γιοένσου κ. Αρσένιον εκ της Εκκλησίας της Φιλλανδίας και τον Θεοφιλ. Επίσκοπον Πάρνου και Σάαρε κ. Αλέξανδρον εκ της Εκκλησίας της Εσθονίας. Μνησθείη Κύριος ο Θεός των κόπων και των αγώνων Σας.

Μετά συγκινήσεως και δέους φέρω εις την σκέψιν μου και μνημονεύω τον μακαριστόν Γεροντά μου Μητροπολίτην Γορτύνης και Αρκαδίας κυρόν Κύριλλον, με του οποίου τα αρχιερατικά άμφια θα ενδυθώ, εντός ολίγου, την λαμπρότητα της Αρχιερατικής χάριτος. Εις τον μακαριστόν Γορτύνης και Αρκαδίας Κύριλλον, τον εξαίσιον αυτόν και μεγάλον Ιεράρχην, τον πλήρη αγάπης επίσκοπον, οφείλω τας αφορμάς της αφιερώσεώς μου εις τον Θεόν, τους ενθουσιασμούς μου δια τα γράμματα και την παιδείαν και την αφοσίωσίν μου εις τον Οικουμενικόν Θρόνον. Καταθέτω εν Εκκλκησία πληθούση ότι ελαχίστας φοράς εις την ζωήν μου συνήντησα ανθρώπους με τοιαύτην αγάπην, ευγένειαν και απλότητα, αμνησικακίαν, εκκλησιαστικήν σοβαρότητα και αρχιερατικόν μεγαλείον, ως τον Μακαριστόν Γορτύνης Κύριλλον. Συγκρατώ δε εις την σκέψιν μου το υπόδειγμα του αληθινού εκκλησιαστικού ανδρός και του γνησίου πνευματικού πατρός και Ιεράρχου και μνημονεύω: «Κυρίλλου του αοιδίμου αρχιερέως του και πνευματικού πατρός μου γενομένου, αιωνία η μνήμη».

Εξαιρέτως και ευγνωμόνως ευχαριστώ τον πανοσιολογιώτατον Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής της μετανοίας μου, της ιστορικής Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη, Αρχιμανδρίτην Βαρθολομαίον, τον φίλον, αδελφόν και συνοδοιπόρον, τον άνθρωπον του Θεού με την ανεξάντλητον χαράν και τον καλόν λόγον δι᾽ όλους, με την αισιοδοξίαν και την υπομονήν εις τους πειρασμούς. Εις το πρόσωπόν σου, φίλτατε Βαρθολομαίε, ευχαριστώ άπασαν την πνευματικήν μας οικογένειαν, αρχόμενος από τους αδελφούς μας αγίους Αρχιερείς, τον Σεβ. Μητροπολίτην Πέτρας και Χερρονήσου κ. Νεκτάριον, τον Σεβ. Μητροπολίτην Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιον, τον Σεβ. Μητροπολίτην Αυστρίας κ. Αρσένιον και τον Θεοφ. Επίσκοπον Ολύμπου κ. Άνθιμον αλλά και όλους τους πατέρας, τους εγγύς και τους μακράν. Είθε ο Θεός να ευλογήση την ζωήν μας και να ευρεθώμεν εις τον ουρανόν, ενωμένοι όλοι μαζί, όπως είμεθα και εις την γην.

Μετά σεβασμού και υιϊκής αγάπης ευχαριστώ τους παριστάμενους σεβαστούς γονείς μου, Εμμανουήλ και Φωτεινήν, οι οποίοι με ανέθρεψαν με κόπον και στερήσεις και με μεγάλωσαν μετά πολλής τιμιότητος και αγάπης, προσεύχομαι δε δι᾽ αυτούς καθώς και δια τα κατά σάρκα αδέλφια μου και τους λοιπούς συγγενείς μου να έχουν την ευλογίαν του Θεού εις την ζωή των.
Μετ᾽ αγαθών αναμνήσεων μνημονεύω νοερώς τα ονόματα των σοφών και μεγάλων διδασκάλων μου εις την Ριζάρειον Εκκλησιαστικήν Σχολήν, εις την Ανωτέραν Εκκλησιαστικήν Σχολήν Αθηνών, εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, εις την Ιατρικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Κρήτης και εις τα Πανεπιστήμα Βοστώνης και Harvard των ΗΠΑ. Ο Θεός να ευλογή τους κόπους και τους αγώνας των, η δε χάρις Του να τους ανταποδώση πολλαπλάσια δι᾽ όλα τα καλά και ωφέλιμα αφειφώς μου προσέφεραν.

Ευγνωμόνως, ωσαύτως, φέρω εις στην σκέψιν μου τας ευγενικάς φυσιογνωμίας πολλών ηγετικάς θέσεις κατεχόντων, πνευματικών και αγίων ανθρώπων, οι οποίοι με εστήριξαν και με εδίδαξαν με την σιωπήν των αλλά και με τον φωτισμένον και θεόπνευστον λόγον των. Ιδιαιτέρως ξεχωρίζω, υπεισερχόμενος εις τον ευαγγελικόν ζυγόν και την αρχιερατικήν αξίαν, τον εσχάτως ενταχθέντα εις το αγιολόγιον της Εκκλησίας Όσιον Παΐσιον τον Αγιορείτην και τους μακαριστούς πρ. Αμερικής Ιάκωβον, Εφέσου Χρυσόστομον, εις την Γεροντικήν Μητρόπολιν του οποίου υπόκειται η Επισκοπή Χριστουπόλεως, καθώς και τους κοιμηθέντας ευλαβείς πατέρας της Μονής μου, Ευμένιον, Αρσένιον, Καλλίνικον, Κορνήλιον, Ιερόθεον, Γαβριήλ, Ιωακείμ, Κάλλιστον και Αθηναγόραν, των οποίων τας ευχάς με ευλάβειαν επικαλούμαι. Μνημονεύω δε με πολλήν ευγνωμοσύνην τον κείραντά με μοναχόν και χειροτονήσαντά με διάκονον και πρεσβύτερον μακαριστόν, γλυκύν και υπομονετικόν, Αρχιεπίσκοπον Κρήτης Τιμόθεον, δια την πατρικήν του αγάπη και ευμένειαν και επικαλούμαι την εκ των ουρανών ευλογίαν του.

Έμπλεως αγάπης και στοργής, ευχαριστώ τα πνευματικά μου τέκνα, τα οποία εκ βαθέων αγαπώ και δια την πρόοδον των οποίων προσεύχομαι διηνεκώς. Όλως εξαιρέτως ευχαριστώ τον επιστήθιον και ηγαπημένον Αρχιμανδρίτην Ναθαναήλ εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής δια την αδιαπραγμάτευτον αφοσίωσίν του και την υποδειγματικήν του υπακοήν, αλλά και άπαντες τους κληρικούς, μοναχούς, μοναχές, ιατρούς και λοιπούς λαϊκούς, οι οποίοι ενεπιστεύθησαν το επιτραχήλιόν μου, καθώς και τον Αρχιμανδρίτην Μελχισεδέκ εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, ευχόμενος να χαρίζη εις αυτούς ο Κύριος την βασιλείαν Του την επουράνιον.

Μαζί με τα πνευματικά μου τέκνα ευγνωμόνως ευχαριστώ και τους μαθητάς μου εν τη Πατριαρχική Ακαδημία Κρήτης, τη Θεολογική Σχολή της Ταλλίνης και εν ταις Ιατρικαίς Σχολαίς Κρήτης, Αθηνών και Λαρίσης, τους οποίους θεωρώ φίλους κατά τον Κυριακόν λόγον, ευχόμενος να έχουν πρόοδον πνευματικήν τε και ακαδημαϊκήν. Ευχαριστώ επί τούτοις και τον Πρόεδρον της Πατριαρχικής Ακαδημίας Κρήτης, Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέαν, δια την αγάπην του και τον επιστηριγμόν του και εν τω προσώπω Αυτού αποδίδω την τιμήν μου εις όλον τον Σύλλογον των εκλεκτών συναδέλφων μου καθηγητών, υποσχόμενος ότι θα συνεχίσω την αγαθήν συνεργασίαν μας, συμβάλων εις την κατά Θεόν ευόδωσιν του έργου της Πατριαρχικής Ακαδημίας και διατηρών ανεπίληπτον την ακαδημαϊκήν διακονίαν και ευθύνην μου, καθ’ όσον χρόνον το σώμα της Ακαδημίας το επιθυμεί και η Εκκλησία μου το επιτρέπει.

Ευχαριστώ όλους τους ανθρώπους, οίτινες σήμερον παρευρίσκονται εδώ. Τους γνωστούς και τους αγνώστους, τους φίλους και αδελφούς, τους πρεσβυτέρους και διακόνους, τους μοναχούς και τας μοναχάς, όλους τους ευχαριστώ. Παρακαλώ, προσεύχεσθε δι᾽ εμέ. Εαν κατά το διάστημα της επικοινωνίας και συναναστροφής μας επίκρανα η αδίκησα οιονδήποτε, εξαιτούμαι ταπεινώς την συγγνώμην του. Ζητώ συγγνώμην από όλους μετά μετανοίας έως εδάφους της γης.

Κατακλείων τον ισχνόν τούτον χειροτονητήριον λόγον,

Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι άγιοι Αρχιερείς,
Σεβαστοί μου πατέρες και αδελφοί,

Σας παρακαλώ να δεχθήτε την προσκύνησίν μου, την οποίαν «δι᾽ υμών προσφέρω εις την Αγίαν Τριάδα και εις το Πνεύμα το Άγιον».
Εντός ολίγου θα μου προσφέρητε τον τρίτον βαθμόν της Ιερωσύνης. Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Άγιοι Αρχιερείς, βοηθήσατέ με δια των προσευχών σας να γίνω σωστός και καλός Επίσκοπος.
Εξομολογούμαι καρδιακώς και ανθρωπίνως ότι επιθυμώ εις την πορείαν της υπολοίπου ζωής μου, όποιον άνθρωπον συναντώ ερχόμενον προς εμέ, να τον ασπάζωμαι γεμάτος ιλαρότητα, ως εικόνα Θεού, με ένα χαμόγελο και ένα φίλημα,

τα οποία θα αποτελούν απαύγασμα αγάπης, δια να τον αναπαύω, να του δίδω μέσα από την αγάπην μου την χαράν και κυρίως να του δίδω τον Χριστόν. Και, παρακαλώ τον Θεόν, όταν θα φύγω από την παρούσαν ζωήν, ο κλήρος και ο λαός μας να ενθυμούνται ένα Ορθόδοξον Επίσκοπον, ο οποίος διηκόνησε με άπειρον αγάπην, στοργήν, σεβασμόν, τιμήν, ευγένειαν και ευγνωμοσύνην όλους τους ανθρώπους μεθ’ ων συνανεστράφη και των οποίων την διακονίαν του ενεπιστεύθη ο Θεός.

Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Κρήτης κ. Ειρηναίε, «ελύληθεν η ώρα».

Τιμιώτατοι άγιοι Ιεράρχαι, «ιδού, δι᾽ ευχών Σας προσάγομαι δέσμιος εν Χριστώ Ιησού, δεθείς ουκ αλύσεσι σιδηραίς, αλλά τοις αλύτοις δεσμοίς του Παναγίου Πνεύματος».


Εκτύπωση   Email

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 234 επισκέπτες

Εμφανίσεις Άρθρων
3848910

Copyright © 2021 Πρεσβύτερος Χρήστος Πυτιρίνης. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. 

Δημιουργία ιστοτόπου: CJ web Services & Eshop

grafiko 2

Search